Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

HEAVEN AND HELL το ωραιότερο ελληνικό heavy metal του ’80

Ήταν να γίνει και αυτό, και έγινε. Να βγει δηλαδή και επίσημα σε δίσκο το «χαμένο» session των Heaven and Hell – ίσως του καλύτερου «μεταλλικού» γκρουπ, που εμφανίστηκε στην Ελλάδα στα άγονα χρόνια της δεκαετίας του ’80. Δηλαδή για μένα είναι σίγουρα το καλύτερο (μαζί με τους Foxes ίσως), και αυτό το λέω από τότε που τους πρωτάκουσα, στις αρχές εκείνης της δεκαετίας. Φυσικά, από τα early 80s μέχρι σήμερα έχουν συμβεί κοσμογονικές αλλαγές στο heavy metal (και στο ελληνικό heavy εννοείται), θαρρώ όμως πως και οι τωρινοί μεταλλάδες, που τους αρέσει να τιμούν την ιστορία, θα τιμήσουν δεόντως και αυτό το εξαιρετικό συγκρότημα, που κατάφερε να αφήσει γερό ίχνος σε μιαν εποχή που ήταν γεμάτη με ένταση και πάθη (γύρω από τη μουσική) και, δυστυχώς, με συμβολικό ενδιαφέρον για τη μεταλλική δισκογραφία.
Έτσι, δεν είναι καθόλου παράξενο το γεγονός πως οι Heaven and Hell, στον καιρό τους, κατόρθωσαν να εκδώσουν ένα μόνο τραγούδι, το “Heaven and hell 1”, στην ιστορική συλλογή “Happening 82” [Happening Records, 1982], ενώ δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη και οι συμμετοχή τους, ως Δαναοί, στο άλμπουμ του George LoukasIl Silenzio” στη Venus, το 1981.
Σ’ αυτά τα τρία sessions, ας τα πούμε έτσι, η line-up του γκρουπ δεν ήταν η ίδια. Έτσι, στους Δαναούς (άνοιξη του ’81), είναι παρόντες οι Μιχάλης Νικολαΐδης κιθάρες, Γιώργος Γιαμονίτης μπάσο και Γιώργος Γιαρέλης ντραμς, στο τραγούδι του Happening οι τρεις προηγούμενοι συν τον τραγουδιστή Αντρέα Ριγανά (ηχογράφηση Δεκέμβρης ’81), ενώ στο LP των Vinyl Mania / B-otherSide (εγγραφή από το δεύτερο μισό του 1982 πια) οι Μιχάλης Νικολαΐδης σύνθεση, στίχοι, κιθάρες, Δημήτρης Δημητριάδης μπάσο, Τάκης Λιαμαρκόπουλος ντραμς και Νικήτας Κωβαίος τραγούδι. Αυτή η τελευταία ήταν και η καλύτερη φάση των Heaven and Hell, εκείνη τέλος πάντων που έδωσε και τα τραγούδια του άλμπουμ Heavy Remastered, τυπωμένο τώρα από τις Vinyl Mania και B-otherSide σε 250 αντίτυπα.
Διαβάζουμε στο ένθετο, που συνοδεύει το άλμπουμ, γι’ αυτή τη φάση των Heaven and Hell: «Από τις πρώτες πρόβες η δυναμική και ο ήχος του γκρουπ παίρνει άλλη διάσταση. Η επίδοση στα live είναι θεαματική. Το γκρουπ πλαισιώνεται από μια νεαρή χορεύτρια, την Σίλια και ένα φανταστικό νεαρό ηθοποιό, τον Τζίμη, έτσι το show είναι πολύ θεατρικό (κεριά, ανθρωποθυσίες [σ.σ. βάλτε ρε παιδιά κανένα εισαγωγικό εδώ πέρα, για να μη βάλω sic], τσόπερ μοτοσυκλέτες στο πάλκο κ.λπ.) και το κοινό αποθεώνει κάθε φορά το γκρουπ με ενθουσιασμό».
Ήταν λογικός ο ενθουσιασμός. Στην Ελλάδα δύσκολα άκουγες τέτοιον ήχο εκείνη την εποχή – μόνον οι Vavoura Band είχαν αυτό το heavy άκουσμα, στα πιο σκληρά κομμάτια τους, όμως υπολείπονταν σε τραγουδιστή. Καλός ήταν ο Βαβούρας, εν πάση περιπτώσει, αλλά όχι με τα αναγκαία… Ozzy επιχρίσματα, που είχε ο Κωβαίος αλλά και γενικότερα το συγκρότημα, που ακουγόταν εντελώς μέσα στην «σαμπαθική» παράδοση. Εντάξει οι Black Sabbath υπήρξαν μια σαφής επιρροή για τους Heaven and Hell, αλλά ο φίλος του metal μπορεί να διακρίνει κι άλλες επιρροές από πιο… soft ακούσματα, όπως Rory Gallagher ας πούμε.
Όλα λειτουργούσαν άψογα λοιπόν σ’ αυτό το γκρουπ, που καταγράφεται εδώ σε εφτά «μεταλλικά» άσματα, που διαθέτουν πολλά από τα προτερήματα των αναγνωρισμένων γκρουπ του είδους. Εντάξει, η τότε παραγωγή να ήταν λίγο καλύτερη –όχι πως δεν είναι για τα ελληνικά δεδομένα και για μια, σε κάθε περίπτωση, αποψυγμένη ταινία 35 ετών– και όλα θα ήταν τέλεια. Κυρίως θα ήταν τέλεια για τους Heaven and Hell, ένα συγκρότημα που με κομμάτια όπως το “Slaves of heaven” ή το “Trash (με τον Γιάννη Γιοκαρίνη να βγάζει στο πρώτο ήχο σαν εκείνον του εκκλησιαστικού οργάνου! – εντελώς doomy φάση!) θα μπορούσε να κάνει παντού καριέρα.
Τέλος πάντων. Τα χρόνια πέρασαν. Οι ευκαιρίες χάθηκαν. Αλλά και αυτό που απομένει τώρα δεν είναι ασήμαντο. Η δόξα και η τιμή εννοώ.  

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

MIKE REED πώς από μια περιπέτεια με νεοναζί-σκίνχεντ στην Ευρώπη ένας Αφροαμερικανός μπορεί να εμπνευστεί ένα τζαζ άλμπουμ

Τον Απρίλη του 2009 ο αφροαμερικανός ντράμερ Mike Reed με το τότε συγκρότημά του έμπλεξε σε μια σχεδόν εφιαλτική περιπέτεια. Είχε έλθει για συναυλίες στην Ευρώπη και καθώς όδευε προς Πολωνία και πιο συγκεκριμένα για την Κρακοβία (τη διαχρονική… πρωτεύουσα της jazz στο παλαιό eastern block) παγιδεύτηκε από λάθη άλλων στην πόλη Přerov της Τσεχίας. Λέμε «παγιδεύτηκε» επειδή εκείνη την εποχή, μια συγκεκριμένη μέρα, αναπτυσσόταν στην Přerov μια μάζωξη νεοναζιστών (skinheads κ.ά.), που στόχευαν στους Τσιγγάνους της περιοχής. Ο Reed και οι υπόλοιποι μουσικοί τής μπάντας έπαθαν την πλάκα τους, και γλίτωσαν, κατά μίαν έννοια, από γενικότερα μπλεξίματα ή και από του χάρου τα δόντια, όντας πρωταγωνιστές ενός σκηνικού σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας.
Χρόνια αργότερα, δηλαδή τώρα, ο Reed θα επαναφέρει στη μνήμη του όλη εκείνη τη φάση και πάνω σ’ αυτή θα συντάξει ένα σημερινό άλμπουμ… racial jazz, έχοντας δίπλα του μια πολύ γερή ομάδα – Greg Ward άλτο, Tim Haldeman τενόρο, Jason Roebke μπάσο, Ben Lamar Gay κορνέτα, Jason Stein μπάσο κλαρίνο, Marvin Tate λόγια (spoken word).
Φυσικά, οι παραπομπές του Flesh & Bone [482 Music, 2017] στην ανεξάρτητη τζαζ των seventies, στην jazz των εταιρειών Strata-East, Black Jazz κ.λπ., είναι προφανείς, με τις αναφορές (φανερές ή λιγότερο) να διαπερνούν τα τελευταία 100 χρόνια του φυλετικού ζητήματος – ξεκινώντας από την περίφημη Harlem Renaissance της δεκαετίας του ’20 (άκου π.χ. το κομμάτι “I want to be small”, που είναι αφιερωμένο στον αφροαμερικανό ζωγράφο Archibald Motley, από τις ηγετικές φιγούρες εκείνου του κινήματος), φθάνοντας στο σήμερα, στο μεταναστευτικό π.χ. (“Watching the boats”) και επιχειρώντας να ψηλαφίσει το αύριο (“Scenes from my next life”).
Πολύ ενδιαφέρουσα ηχητική πρόταση, που δεν εξαντλείται στην αναπαραγωγή συγκεκριμένων φορμών τού παρελθόντος, εμφανίζοντας μαζί κι έναν improv αέρα, που σχίζεται (και) από τις spoken word περιγραφές.

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

GHÉDALIA TAZARTÈS + MAYA DUNIETZ ένα ελληνικό LP τους

Ο Ghédalia Tazartès (γεννημένος στο Παρίσι το 1947 – 70άρης πια) είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση της γαλλικής πειραματικής σκηνής. Αν και βοκαλίστας βασικά, πολύ συχνά θα τον δεις να χειρίζεται και ηλεκτρονικά, να παίζει κρουστά κ.λπ. είτε σε φάση σόλο, είτε συνεργαζόμενος με άλλους συναδέλφους του της πειραματικής πάντα σχολής (Jac Berrocal, Frédéric Rebotier κ.ά.). Το τραγούδισμά του δεν έχει… αρχή και τέλος και μπορεί σ’ αυτό να διακρίνεις ποικίλα χαρακτηριστικά και γνωρίσματα, δανεισμένα είτε από τις μουσικές του κόσμου, με στόχευση πάντα στο αρχαϊκό πνεύμα και την πρωτο-ομιλία, είτε σε πιο «έντεχνες» φόρμες, που μπορεί να αφορούν από το αβάντ τραγούδι μέχρι και το ροκ ή το πανκ. Όλα αυτά σε συνδυασμούς με ηλεκτρονικά, musique concrète, κολάζ (παλαιότερα ή και σήμερα) κ.λπ. Το πιο πρόσφατο άλμπουμ τού Ghédalia Tazartès είναι ελληνικό, έχει τίτλο Schulevy Maker, συνυπογράφεται από την επίσης πειραματίστρια Maya Dunietz και είναι τυπωμένο από τις Holotype-Editions. Να πούμε, ακόμη, πως ό,τι ακούμε εδώ είναι ζωντανά ηχογραφημένο στο Café Oto του Λονδίνου, τον Δεκέμβριο του 2013.
Είναι δύσκολο να περιγράψεις αυτό που φτάνει στ’ αυτιά σου στο “Schulevy Maker” – ένα λογοπαίγνιο, ας το πούμε έτσι, βγαλμένο μέσα από την ονομασία του κομήτη Shoemaker-Levy 9, κομμάτια του οποίου είχαν συγκρουστεί με τον πλανήτη Δία, το 1994. Και τούτο, γιατί δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο ηχητικό ή άλλο concept, που να διατρέχει την εγγραφή. Εκτός και αν θεωρήσουμε ως… concept αυτή και μόνον αυτή την παρουσία των Tazartès και Dunietz. Γιατί όχι; Τουλάχιστον, για την περίπτωση του Tazartès κάλλιστα θα μπορούσε να ισχύει. Ο άνθρωπος αυτός είναι ένα «θέμα» από μόνος του.
Δύο κομμάτια διαθέτει το LP, τα οποία είναι βασικά ένα (διάρκεια ακροάματος 46 λεπτά). Πυκνός χρόνος οπωσδήποτε, γιατί αυτά που ακούς εδώ είναι κατά βάση άχρονα. Είναι αέναα. Δεν έχουν αρχή και τέλος. Ούτε μέση. Είναι ένα ηχητικό ποτάμι, που δεν ξέρεις ούτε από πού πηγάζει, ούτε πού θα καταλήξει. Τραγουδούν-βοκαλίζουν και οι δύο εν τω μεταξύ – όπως και οι δύο, Tazartès και Dunietz, χειρίζονται ηλεκτρονικά, κρουστά, πιάνο ή ό,τι άλλο. Υπάρχει μια ροή λοιπόν, που διατηρεί οπωσδήποτε στοιχεία αυτοσχεδιασμού, τοποθετημένα πάνω σε μιαν υποτυπώδη βάση. 
Αν θεωρήσουμε πως ο κομήτης Shoemaker-Levy 9 είναι ένα άλλο «θέμα», τότε αυτό που ακούμε στο “Schulevy Maker” πιθανώς να έχει να κάνει με μιαν απόπειρα καταγραφής του εξώκοσμου, με όρους… προϊστορίας. Η αρχαιοπρέπεια, θέλω να πω, είναι προφανής στο άκουσμα του LP – μιαν αρχαιοπρέπεια που προσεγγίζεται όχι μόνο μέσω της φωνής, αλλά και του υπόλοιπου ηχητικού οικοδομήματος, που μπορεί να είναι ταυτοχρόνως όσο φουτουριστικό χρειάζεται, ώστε να κλείνει ο κύκλος.
Ο κύκλος της ύπαρξης εννοώ.

BAΓΚΙΦ ΜΟΥΣΤΑΦΑ-ΖΑΝΤΕ ο θρύλος της ευρωπαϊκής (σοβιετικής) τζαζ που πέθανε στα 39 του, το 1979, έχοντας ηχογραφήσει μόνο αριστουργήματα

Δεν ξέρω γιατί, αλλά ακούγοντας τον όρο «ευρωπαϊκή τζαζ» το μυαλό μου πάει κατ’ ευθείαν σε 2-3 μουσικούς (ίσως και σε μερικούς ακόμη). Ο Πολωνός Krzysztof Komeda είναι o ένας, ο Βαγκίφ Μουσταφά-Ζαντέ είναι ένας δεύτερος... Δεν είμαι απολύτως βέβαιος γιατί συμβαίνει αυτό.
Πιθανώς –αν αναφερόμαστε στους συγκεκριμένους καλλιτέχνες– να παρακινούμαι από το γεγονός πως ηχογραφούσαν στις «άλλες» χώρες, στα σίξτις και τα σέβεντις (και εννοώ όχι στη Δυτική Ευρώπη). Επίσης από το γεγονός πως πέθαναν νέοι (ο Komeda στα 38 του, το 1969, ο Μουσταφά-Ζαντέ, στα 39 του, δέκα χρόνια αργότερα) και πως άφησαν ένα προσωπικό όσο και πρωτότυπο έργο, το οποίο θ’ ανακαλύπτεται και θα επευφημείται διαρκώς.
Στην περίπτωση του Μουσταφά-Ζαντέ λειτουργεί και κάτι άλλο. Παρότι η κόρη του, η Αζίζα Μουσταφά-Ζαντέ, μετέφερε με τη δική της πληθωρική παρουσία τη μνήμη του στα πιο σύγχρονα χρόνια, οι ηχογραφήσεις του ίδιου, που δεν ήταν και τόσο πολλές ενόσω ζούσε, ήταν για χρόνια κρυμμένες. Ήταν δύσκολο να εντοπιστούν εννοώ.
Εντάξει, τώρα μπορεί όλα να «κατεβαίνουν» και ν’ ακούγονται στο YouTube, αλλά για εμάς, που ήμασταν μεγάλοι και πριν το 2000, και που προσπαθούσαμε από ’κείνα τα χρόνια να εντοπίσουμε δίσκους του αζέρου πιανίστα, κάθε ανακάλυψη άλμπουμ του γιορταζόταν σαν «γεγονός». Και γι’ αυτό, ίσως, να έχει μείνει περισσότερο στη μνήμη μου η φάση όταν πρωτάκουσα το δικό του “Jazz Compositions” (1974), παρά όταν άκουσα, φερ’ ειπείν, το “Afric Pepperbird” του Jan Garbarek.  

Η συνέχεια εδώ…

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 44

18/9/2017
EGO ON THE ROCKS
Από τα καλύτερα ελεκτρορόκ άλμπουμ των έιτις. Γερμαναράδες, με προϊστορία στα συγκροτήματα της προηγούμενης δεκαετίας. Σ’ αυτό το στυλ οι Εγγλέζοι κοιτάγανε πάντα με… ανοιχτό το στόμα τους Γερμανούς. Το άλμπουμ το είχα αγοράσει, πολύ φτηνά, πριν χρόνια, από το Σόλωνος & Μασσαλίας. Τώρα, καινούριο, έχει την τιμούλα του…

18/9/2017
Η λέξη "τοξικός" πάει να γίνει η πιο σιχαμένη μου μετά την "εμβληματικός".

17/9/2017
Ο Χρύσανθος υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες φωνές της Ελλάδας τον περασμένο αιώνα. Μαζί με την Κάλλας, το Στέλιο, το Γούναρη, το Στελλάκη Περπινιάδη και το… Ρουβά. Ακούστε τον εδώ σε πανηγυριώτικη διάθεση, με φαρφίζα, ηλεκτρική κιθάρα κ.λπ. Στο τέλος τραγουδάει και σε… ξένες γλώσσες. Αυτός που φουμέρνει θεριακλίδικα στη φωτό είναι άσχετος.
Φέρε μπύρες, κουτί, φτηνές, για να μην κοπούμε και να ’χουμε να πίνουμε…

17/9/2017
Ορισμένοι, σαν τον Δημήτρη Κανελλόπουλο από το e-tetRadio, προσπαθούν να μας δημιουργήσουν… ενοχές, επειδή δεν ήμασταν στη συναυλία Αγγελάκα-Παυλίδη προχθές στην Τεχνόπολη! Σιγά μην κλάψω…
Αρκεί που παρευρέθηκαν οι… φαν, που νομίζουν ότι τις Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά τα έβγαλε ο Πετρίδης και όχι ο Τσακαλίδης! Γελάω… 

17/9/2017
Αυτό το πανηγύρι της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, με τους φτηνούς πολιτικούς μας, τον έναν μετά το άλλον να λένε ό,τι αηδία τους κατέβει στο κεφάλι, μου προκαλεί εμετό. Είναι ένα έθιμο, που πρέπει να εκλείψει, γιατί, και αυτό, κοστίζει πολλά στον ελληνικό λαό. Δεν ξέρω, δε, αν πρέπει να καταργηθεί και η ίδια η ΔΕΘ, καθότι δεν είμαι σίγουρος αν βγάζει πλέον τα λεφτά της.
Αφήνω κατά μέρος το γεγονός πως, για μένα, από τότε που χάθηκαν το Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού (που γινόταν Σεπτέμβρη) και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου (που ξεκινούσε επίσης Σεπτέμβρη και όχι Νοέμβρη) η ΔΕΘ έχει χάσει παν ενδιαφέρον.

16/9/2017 
>>Με φόντο τις προσδοκίες του υπουργείου Οικονομικών για είσπραξη 1 δις ευρώ (!) από την πρώτη δόση του ΕΝΦΙΑ το Σεπτέμβριο, δικηγορικά γραφεία καλούν τους φορολογούμενους να πληρώσουν τον ΕΝΦΙΑ με επιφύλαξη και να διεκδικήσουν την επιστροφή του, ποντάροντας κυρίως στο ότι και φέτος ο φόρος έχει υπολογιστεί με πλασματικές αξίες.<<
Τι μας λένε οι δικηγόροι & οι μεγαλοδικηγόροι με τις ατράνταχτες περιουσίες – καθώς απευθύνονται και στους μπατίρηδες; Να πληρώσουμε τον ΕΝΦΙΑ (με επιφύλαξη), αλλά να καταφύγουμε και σ’ αυτούς (πληρώνοντάς τους προφανώς) διεκδικώντας την όποια, και σε κάθε περίπτωση αμφίβολη, επιστροφή του.
Ποιον κοροϊδεύουν ρε φίλε;

16/9/2017 
Μαθαίνω για τραγουδιστές, και φίρμες ανάμεσα, που τρέχουν οι καημένοι σε συναυλίες, από ’δω κι από ’κει, και οι οποίες συναυλίες προβάλλουν ένα κοινωνικό περιεχόμενο. Το έγραψα κι αλλού.
Αυτό το θέμα των «συμμετοχών» των καλλιτεχνών σε διάφορα γεγονότα κ.λπ. είναι περίεργο, για να μην πω κάτι άλλο, και θέλει πολλή προσοχή. Πρέπει να αποφευχθεί εννοώ η παλιά «νταλαροποίηση», το να τραγουδάμε για το ένα ή το άλλο, έτσι, ελαφρά τη καρδία.
Και θα πρέπει να βρεθούν τρόποι ώστε κάτι τέτοιο να γίνεται αλλιώς, για να μην υπάρχουν σκιές τού στυλ… ορισμένοι εκμεταλλεύονται κάποια κοινωνικά γεγονότα, για να προωθήσουν την καριέρα τους. 
Είμαι της γνώμης, λοιπόν, πως τέτοιου τύπου «συμμετοχές» κρίνονται από το ΤΙ ΔΙΑΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ ο καθείς. Όσο θα συμμετέχει κάπου ΕΚ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ δεν θα παύει να είναι λιγάκι ύποπτο. Τουλάχιστον κάποιοι από ’μας θα μπορούν να προσάψουν κάτι τέτοιο.
Ο Phil Ochs για παράδειγμα, στα σίξτις, διακινδύνευε την ίδια του τη ζωή συμμετέχοντας σε αντιπολεμικές διαδηλώσεις-εκδηλώσεις (πριν κάτι χρόνια βρέθηκαν πάνω από 400 σελίδες στο φάκελό του στο FBI), η Μποφίλιου ας πούμε τι διακινδυνεύει σήμερα, όταν θα τραγουδήσει για την Ηριάννα;
Πόσοι απ’ αυτούς, που θα τραγουδήσουν για την Ηριάννα, θα έκαναν το ίδιο π.χ. για τον Κουφοντίνα (ώστε να παίρνει κάποιες άδειες); Και γιατί δεν το κάνουν; Πόσοι θα τραγουδούσαν, σήμερα, σε μια συναυλία κατά του εφιάλτη των δανειστών, που εγκληματούν έναντι της χώρας, απειλώντας και εκβιάζοντας διαρκώς; Λέω κάτι… 

15/9/2017 
Στη δεκαετία του ’80 γινόταν χαμός με τους Deep Freeze Mice, που συνδύαζαν 80s και 60s ηχοχρώματα. (Τώρα δεν βλέπω να τους πολυ-ποστάρουν). Αν και είχα τρία άλμπουμ τους στην Cordelia, πήγα –σαν ηλίθιος– και τα πούλησα στις αρχές των nineties… και πλέον είναι αργά για να τα ξαναγοράσω. Τότε είχα δώσει κι άλλα πολλά, «έιτις» φυσικά, αλλά για τους Deep Freeze Mice και ίσως για ένα-δυο ακόμη το έχω μετανιώσει. Κράτησα βέβαια και κάποια…

GERALD CANNON μια μορφή του τζαζ κοντραμπάσου

Δεν ξέρω πόσοι μπορεί να γνωρίζουν τον κοντραμπασίστα Gerald Cannon. Αν και πλησιάζει στα 60 του μόλις την τελευταία 20ετία έγινε πιο γνωστός στο κύκλωμα, συμμετέχοντας ως session μουσικός σε δεκάδες ηχογραφήσεις και παίζοντας live φυσικά (και βασικά στη Νέα Υόρκη, στην οποία εγκαταστάθηκε στα 28 του). Γενικά, πήρε αργά «μπρος» ο Gerald Cannon, κάτι που δεν τον εμπόδισε φυσικά να αποκτήσει «όνομα», εκτυλίσσοντας παραλλήλως και την προσωπική δισκογραφία του. Το πιο πρόσφατο CD τού Cannon είναι το Combinations [wood neck records, 2017], κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό και είναι ένα διαμάντι της σημερινής τζαζ, ένα εξαιρετικό άλμπουμ με πολλές και διαφορετικές αναφορές και επιδιώξεις.
Κατ’ αρχάς να πούμε πως δίπλα στον Cannon παρατάσσονται μουσικάρες – κάτι που δείχνει αδιαμφισβήτητα και το δικό του level. Τα ονόματα π.χ. των Gary Bartz άλτο σαξόφωνο, Duane Eubanks τρομπέτα, Kenny Barron πιάνο και Will Calhoun ντραμς φανερώνουν πολλά.  Πέραν των συμμετοχών, όμως, είναι και το ρεπερτόριο που επιλέγει να ερμηνεύσει ο Cannon και βεβαίως το παικτικό και συναισθηματικό δόσιμο που εκλύεται απ’ αυτό. Υπάρχουν έντεκα tracks εδώ, πέντε του Cannon και έξι versions (ανάμεσα και συνθέσεις των Slide Hampton, Duke Ellington, Sam Jones…), τα οποία αποδίδονται με εντυπωσιακό τρόπο. Όπως εντυπωσιακά δηλαδή ξεκινάει αυτό το CD, με το σόλο μπάσο του Cannon στο “Every man is a king” του Slide Hampton και έτσι όπως σουινγκάρει η μπάντα με πρώτους τον Gary Bartz στο άλτο και τον Jeremy Pelt στην τρομπέτα, έτσι και καλύτερα συνεχίζει. Φοβερά παιξίματα και εντυπωσιακό χτίσιμο ποικίλων ατμοσφαιρών – από μπαλάντες, bop, spiritual jazz, μέχρι μποσανόβες και… ευγενές fusion (με την κιθάρα του Russell Malone και το ηλεκτρικό πιάνο του Rick Germanson να ίπτανται… κάτω από το άλτο του Bartz).
Το “Combinations” είναι ένα CD με απολαυστικά παιξίματα και φοβερή ενότητα, οδηγημένο από έναν δυνατό κοντραμπασίστα της σύγχρονης σκηνής.

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

10 ΧΡΟΝΙΑ INNER EAR η σύγχρονη ελληνική pop, rock και electro μέσα από εγγραφές των The Cave Children, Fever Kids, Gioumourtzina, Mechanimal, The Noise Figures, Victory Collapse, Someone Who Isn’t Me, Post Lovers…

Η Inner Ear από την Πάτρα είναι μια ελληνική ανεξάρτητη εταιρία που κάνει τη διαφορά στην εγχώρια δισκογραφία – βασικά για ένα και μόνο λόγο. Γιατί έχει καμιά 150αριά παραγωγές (ουκ ολίγες δηλαδή), δείχνοντας αξιοζήλευτη συνέπεια σε κάθε βήμα της.
Πέραν του γούστου του καθενός μας –αν μας αρέσουν και πόσο, ή όχι, τα «νούμερά» της, αν ταιριάζουν με τα μουσικά γούστα μας κ.λπ.– κανείς, νομίζω, δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως η εταιρία έχει όραμα και άποψη, την οποία και προβάλλει με σταθερό και πάντα καλαίσθητο τρόπο. Ωραίες παραγωγές από τεχνικής πλευράς, ωραία εξώφυλλα βινυλίου ή CD και εν τέλει ένας μακρύς κατάλογος μέσα στον οποίον ο καθένας μας θα βρει «πράγματα» που θα του κάνουν.
Φέτος συμπληρώνονται 10 χρόνια από τότε που έσκασε η Inner Ear (μ’ εκείνο το CD των Abbie Gale, το «2» τους, το 2007), ένα γεγονός που το γιορτάζει με μια σειρά 12 7ιντσων (24 ανέκδοτα tracks) από αντίστοιχα συγκροτήματά της (πρόκειται για το A Distant Victory Singles Club). Εδώ θα γράψουμε για όσα έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα. Τα πρώτα 9 δηλαδή…

Η συνέχεια εδώ…

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ αφιέρωμα στον Δημήτρη Μητροπάνο

Ο νέος Μετρονόμος, τεύχος 64, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2017, είναι αφιερωμένος στον Δημήτρη Μητροπάνο (1948-2012). Και το αφιέρωμα είναι αυτό που αναμένει ο καθείς από το συγκεκριμένο περιοδικό. Πολυσέλιδο και με πολλά στοιχεία, για ρέκτες ή μη.
Έχουμε λοιπόν ένα αρχικό κείμενο, κάπως σε ρόλο πυξίδας, σχετικό με τη δισκογραφική πορεία του τραγουδιστή (Αφροδίτη Ξενίδου) και από ’κει και κάτω πολλά και διάφορα. Να μερικά:
Ο Θανάσης Γιώγλου γράφει για το πρώτο δισκάκι του Μητροπάνου «Χαμένη Πασχαλιά / Τ’ Αναφιώτικα» [Philips 6154, 1967], που ενώ κυκλοφόρησε αποσύρθηκε στην πορεία (πιθανώς να τυπώθηκε πριν τη δικτατορία και να αποσύρθηκε μετά απ’ αυτήν). Έχουμε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Βασίλη Ιωαννίδη (επιστήθιος φίλος του Μητροπάνου), κείμενα για τον «Άγιο Φεβρουάριο» και τα «Πικροσάββατα» (Σταύρος Καρτσωνάκης), μιαν αναφορά στις πολιτικές πεποιθήσεις του Μητροπάνου, όπως εκείνες αποκαλύπτονταν μέσα από τις κατά καιρούς συνεντεύξεις του (Ηρακλής Οικονόμου), κείμενα για τον τραγουδιστή από τους Χρήστο Νικολόπουλο, Θάνο Μικρούτσικο, Σταμάτη Κραουνάκη, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Λάκη Τεάζη, Γιάννη Παπαζαχαριάκη, Γλυκερία, Γιάννη Κότσιρα, Πέγκυ Ζήνα κ.ά.
Φυσικά το περιοδικό δεν εξαντλείται στο αφιέρωμα στον Μητροπάνο. Έχει κι άλλη ύλη. Υπάρχει κατ’ αρχάς μια συνέντευξη ενός όχι πολύ γνωστού τραγουδιστή, του Δημήτρη Νικολούδη (υπάρχουν τραγουδιστές, που στέκονται μακριά από τα λεγόμενα «πρώτα ονόματα» και που έχουν ιστορία και πράγματα να πουν), διαβάζουμε, επίσης, κουβέντες του Φίλιππου Πλακιά, ενός σεμνού τραγουδοποιού, που έχει γράψει καλά τραγούδια (τα λέει είτε μόνος του, είτε τα δίνει σε άλλους να τα πουν), ένα κείμενο για τον Κώστα Βίρβο της Μαρίας Μουτσάκη, κάτι του Δημήτρη Μπαγέρη για τα εξώφυλλα των δίσκων με έργα Νίκου Εγγονόπουλου και άλλα διάφορα.
86 σελίδες που διαβάζονται, αυτό είναι ο Μετρονόμος
Επαφή: www.metronomos.gr

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

THE LIBERATION MUSIC COLLECTIVE ένα σημερινό γκρουπ του τζαζ ριζοσπαστισμού

Λογικώς η ονομασία The Liberation Music Collective δεν μπορεί παρά να παραπέμπει στο ιστορικό σχήμα του Charlie Haden από τα late sixties, την Liberation Music Orchestra – και ορθώς δηλαδή, μιας και το καινούριο γκρουπ δεν υπολείπεται σε αγωνιστική (ακτιβιστική) θεματική και διάθεση. Πού μπορεί να οφείλεται όλο αυτό (σήμερα); Το έχουμε ξαναπεί. Στην Αμερική η περσινή προεκλογική εκστρατεία του Donald Trump κινητοποίησε ακτιβιστικά αντανακλαστικά. Δεν είναι, φυσικά, το “Rebel Portraiture” [Ad Asterum, 2017] το μοναδικό τέτοιου ύφους άλμπουμ στην jazz, που κυκλοφόρησε τον τελευταίο καιρό εκεί, είναι όμως και αυτό ένα σοβαρό δείγμα μιας άλλης jazz στην Αμερική, που, εδώ και πολλά χρόνια, δεν ήταν στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος (όχι πως δεν υπήρχε). Τώρα είναι… Κάπως περισσότερο απ’ όσο λίγο παλαιότερα, εννοώ.
Οι Liberation Music Collective είναι κατά βάση μια μεγάλη μπάντα, μια big band, καθώς αποτελείται από τρεις τρομπετίστες (και φλουγκελχορνίστες), τρεις σαξοφωνίστες (και κλαρινετίστες), τρεις τρομπονίστες (και κορνίστες), ένα ρυθμικό τμήμα που απαρτίζεται από δύο κιθαρίστες, πιανίστα, μπασίστα, ντράμερ και περκασιονίστα και τέλος από ένα φωνητικό τμήμα (τέσσερις τραγουδιστές-τραγουδίστριες), σύνολο 19 άτομα. Όλοι αυτοί οι μουσικοί συνεργάζονται σε μια σειρά συνθέσεων (έντεκα στο σύνολό τους), που διακρίνονται για τα πολλά και διαφορετικά αισθητικά χαρακτηριστικά τους. Υπάρχουν εμφανείς επιρροές από τη μουσική του AACM και των ύστερων άλμπουμ του Duke Ellington –ανάμεσα, πάντως, και τα μεγαλεπήβολα σύγχρονα άλμπουμ του Wadada Leo Smith–, world (afro) αναφορές, όπως και αναφορές σε πιο μικρά combos (στα κλασικά του Charles Mingus π.χ. ή του Max Roach). Όλα αυτά περικλείουν πολύ διαφυλετική τζαζ, αλλά ακόμη και ευρωπαϊκούς αβάντ και κλασικούς υπαινιγμούς, που παρέχουν στο “Rebel Portraiture” έναν χαρακτήρα «έργου».
Οι συνθέσεις του CD είναι αφιερωμένες φυσικά σε συγκεκριμένα πρόσωπα και καταστάσεις, που συνδέθηκαν μέσα στην ιστορία, όπως είπαμε και στην αρχή, με κοινωνικούς αγώνες. Φερ’ ειπείν το εισαγωγικό “Passing away”, σύνθεση του τραγουδιστή Matt Riggen, είναι γραμμένο για τον Giles Corey, που είχε θανατωθεί κατά τη διάρκεια των δικών των μαγισσών του Σάλεμ, τον 17ον αιώνα (τόσο παλαιά), καθώς είχε αρνηθεί κατά βάση να ομολογήσει αν ήταν μάγος ο ίδιος, υπέθαλπε μάγισσες ή όχι. Πιέστηκε να ομολογήσει, αλλά κατέληξε μετά από βασανιστήρια. Στην Αμερική ο λαϊκός του μύθος είναι μεγάλος – και για τους Liberation Music Collective η περίπτωσή του είναι μιαν αρχή. Τα επόμενα κομμάτια, τα “An afterlife for Jeffrey Miller” και “Kent State”, είναι, ίσως, φανερό πού αναφέρονται. Και αυτά συνθέσεις του Riggen έχουν να κάνουν με τη δολοφονία τεσσάρων φοιτητών από την Εθνική Φρουρά στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις (λόγω Βιετνάμ) στο Kent State University το 1970. Τα “An afterlife for Berta Cáceres” και “River of life” έχουν να κάνουν με την περιβαλλοντική ακτιβίστρια Berta Cáceres, που δολοφονήθηκε πέρυσι στην Ονδούρα, τα “An afterlife for Ruqia Hassan” και “Iqra” είναι αφιερωμένα στους Σύριους και τους Ιρακινούς δημοσιογράφους που εκτελέστηκαν από τους τζιχαντιστές, τα “Ditchside monument” και “An afterlife for Noxolo Nogwaza” είναι γραμμένο για τον νοτιοαφρικανό LGBTQ+ ακτιβιστή που δολοφονήθηκε το 2011 στην πατρίδα του (κάτι από “Song for Che” παίζει εδώ, και όχι μόνο λόγω του εισαγωγικού σόλο στο κοντραμπάσο), ενώ το άλμπουμ θα κλείσει με τα “An afterlife for the Unnamed” και “All I need”, που έχουν κι αυτά γενικότερο επαναστατικό χαρακτήρα.
Δεν είναι μόνον οι προθέσεις που κάνουν άξιο αυτό το άλμπουμ. Περιέχει και πολλή και καλή μουσική.

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 43

14/9/2017
Οι νεότεροι Έλληνες, η πλειονότητά τους, αυτοί που ακούνε «ψυχεδέλεια» τύπου Tame Impala, έχουν άγρια μεσάνυχτα γύρω από το τι σημαίνει αυτή η λέξη… και ευρύτερα δηλαδή. Δε ξέρω ποιοι φταίνε γι' αυτό, αλλά οι άνθρωποι είναι για πολλά γέλια.
Αλλά και πολλοί παλιότεροι δεν πήγαιναν πίσω (ακόμη χειρότεροι!), αν κρίνει κανείς από το βιβλίο του Γ. Βλάχου «Χίππις και ψυχεδελική κουλτούρα / Μια εφήμερη πραγματεία πάνω σ’ ένα εφήμερο αντικείμενο», που είχε κυκλοφορήσει από κάποιες εκδόσεις ονόματι Δυτική Ακτή το 1981. Το τι ασυναρτησίες γράφονται εδώ μέσα δε λέγεται…
Τέλος πάντων το βιβλίο έχει τραβηχτικό τίτλο, ωραίο εξώφυλλο και το θυμήθηκα, επειδή το ξαναβρήκα πρόσφατα με μόλις 1 ευρώ.

13/9/2017
Μια εφημερίδα που περπατάει
ένας λαός που φτύνει.
Είναι σάπια η ζωή μας
τριμμένα τα σακάκια μας.
Είναι ψηλά τα πόδια μας
δεμένα τα μανίκια.
Στις πλατείες αναθυμιά θείου
στις στάσεις κάμινοι καιόμενοι.
Στα παλιά μας τα στέκια
τσίρκα ανατινάζονται.

Δώστε μου ένα τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη
και πάρτε μου τα μάτια 

Από τη σπάνια πρώτη έκδοση του βιβλίου του Γιώργου Δάγλα «Η Μέρα των Φωταγωγών» [Ελεύθερος Τύπος, 1982]. Το βιβλίο ξανακυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Φίλντισι. 

13/9/2017
Διαθέτω έτοιμη εργασία, για 9,5-10 λέμε, σχετική με τη «Βελτιστοποίηση του κύκλου του πυρηνικού καυσίμου» με συνδυασμούς θερμικών αντιδραστήρων και αντιδραστήρων ταχέων νετρονίων. Όποια ομάδα… πυρηνικών φοιτητών ενδιαφέρεται εδώ είμαι. Θα τους κάνω καλή τιμή – γιατί την έχω έτοιμη, όπως προείπα.
Γράφω επίσης, κατά παραγγελία τώρα, μεταπτυχιακό με θέμα τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τη συμβολή του στο ελληνικό ροκ και γενικότερα στον ελληνικό πολιτισμό – τούτo, για υποβολή... και σε ΑΕΙ του εξωτερικού. Θα κοστίσει λίγο παραπάνω βέβαια…
Δέχομαι και μαύρα… 

13/9/2017
>>Το 25% των καθηγητών στα μαθήματα που εξετάζονται πανελλαδικά κάνουν ιδιαίτερα στους ίδιους τους μαθητές τους; (σ.σ. μόνο το 25%;). Υπάρχει ένα θέμα ηθικής τάξεως. Λέω να το βάλoυμε στο τραπέζι. Εδώ είναι συνυπεύθυνοι οι γονείς.<<
>>Έρχονται οι πρωτοετείς φοιτητές στο Πολυτεχνείο, τους κάνουμε μαθήματα σ’ αυτά που έχουν διδαχθεί στο Λύκειο και κόβονται τα 3/4.<<
Αυτά είναι σημερινές δηλώσεις του υπουργού Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου. Με αντιγράφει. Όπως είχα γράψει εδώ προχθές (11/9).
«Χοντρικά, ο ένας στους τέσσερις φοιτητές είναι εκείνος που μας βγάζει ασπροπρόσωπους, με το σπαθί του, είτε εδώ είτε στην αλλοδαπή (εκείνος που γίνεται δεκτός από τα ξένα πανεπιστήμια κ.λπ.), όλοι οι άλλοι είτε δεν τελειώνουν ποτέ είτε τελειώνουν… για να μην κόβονται οι πιστώσεις από τα ιδρύματα». 

12/9/2017 
Για μένα και οι Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά, και σχεδόν τα πάντα από τα ελληνικά μουσικά nineties (εξαιρώ 2-3 πράγματα), είναι υπερεκτιμημένα. Διάβασα αυτά που γράφονται στο popaganda για Αγγελάκα / Τρύπες και Παυλίδη / Ξύλινα Σπαθιά και το επανεπιβεβαίωσα.
Λέει κάπου ο Αγγελάκας: «Αν οι μπαμπάδες του ροκ είναι ο Σιδηρόπουλος και ο Πουλικάκος και γενικά εκείνη η γενιά, με τα Σπαθιά και τις Τρύπες αυτό που έγινε ήταν ότι το ροκ πέρασε σε πιο μεγάλα ακροατήρια. Ήταν ένα big bang…».
Λέει κάπου ο Παυλίδης: «Μέχρι τη δεκαετία του 90 δεν υπήρχε και τόσο μεγάλη παράδοση για την παραγωγή αυτού του τύπου της μουσικής. Οπότε για όλους μας ήταν και κάτι σαν έρευνα».
Τι λένε οι άνθρωποι; Προσπαθούν να μας πουν πως ανακάλυψαν το… ροκ αυγό του Κολόμβου; Τι «Σιδηρόπουλους» και αηδίες; Όταν οι Olympians (Θεσσαλονικείς υπενθυμίζω) έπαιζαν Beatles και Rolling Stones, o Σιδηρόπουλος ήταν ανύπαρκτος, ενώ ο Πουλικάκος δεν ήξερε ακόμη να βάλει τα χέρια του πάνω στο μπάσο ή την κιθάρα. Να μην πω πως την επιτυχία των Olympians δεν την ονειρεύτηκαν ποτέ ούτε οι Τρύπες, ούτε τα Σπαθιά.
Όποιος μιλάει απαξιωτικά για τη δεκαετία του ’60 ή δεν μιλάει καθόλου γι’ αυτή, σε σχέση με τη μουσική, είναι κόπανος. Πιο κόπανος απ’ όλους είναι όμως ο δημοσιογράφος, που ακούει σα χάνος χωρίς να παρεμβαίνει… 

12/9/2017
Τα έγραψα χθες για το χάος της παιδείας… 
ΣΗΜΕΡΑ ΞΕΡΕΤΕ ΤΙ ΕΓΙΝΕ; ΝΑ, ΚΟΙΤΑΤΕ ΤΑ ΧΑΛΙΑ…
Να πω τώρα πως υπάρχουν και διδακτορικά, που δεν είναι δημοσιευμένα, επειδή αποτελούν αντιγραφές;
 
11/9/2017 
Δεν ξέρω αν αυτά που αποκάλυψε ο Ζούλας στην Καθημερινή (την πένα του οποίου δεν τη σέβομαι) σε σχέση με τη σύζυγο του πρώην υπουργού Παιδείας Αριστείδη Μπαλτά είναι αλήθεια (διαρκείς ευνοϊκές μεταχειρίσεις στο Δημόσιο), όμως ξέρω κι εγώ τέτοιες περιπτώσεις, σε… κατώτερο επίπεδο, και δεν μου κάνει καθόλου μα καθόλου εντύπωση. 
Το Δημόσιο είναι ένα σάπιο κουκούλι, που το πληρώνουμε ΠΑΝΑΚΡΙΒΑ όλοι μας. Μόνο με αποφασιστικό ξήλωμα και χτίσιμο από την αρχή μπορεί να δούμε, κάποια στιγμή, Θεού πρόσωπο.

11/9/2017 
Χθες μου έλεγε φίλος πανεπιστημιακός (σε σχολή θετικών επιστημών) πως το επίπεδο των φοιτητών (του) στο πρώτο έτος υπήρξε τραγικό. Και όταν του είπα… «γιατί δεν τους κόβετε, γιατί τους περνάτε;» μου απάντησε επί λέξει. «Τρελός είσαι;». Η εξήγησή του ποια ήταν; Πως οι μαθητές όταν δηλώνουν τις σχολές τους έχουν πληροφόρηση για το ποια είναι τα «δύσκολα» τμήματα –αυτά που «κόβουν» δηλαδή, όσο μπορούν, στις εξετάσεις– και γι’ αυτό (οι μαθητές) τ' αποφεύγουν (τα συγκεκριμένα τμήματα). Αν ένα τμήμα δεν έχει υποψηφίους ή οι υποψήφιοί του είναι λίγοι κινδυνεύει – από το να μη λάβει τις απαραίτητες πιστώσεις, έως να κλείσει. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν τι παίζεται…
Χοντρικά, ο ένας στους τέσσερις φοιτητές είναι εκείνος που μας βγάζει ασπροπρόσωπους, με το σπαθί του, είτε εδώ είτε στην αλλοδαπή (εκείνος που γίνεται δεκτός από τα ξένα πανεπιστήμια κ.λπ.), όλοι οι άλλοι είτε δεν τελειώνουν ποτέ είτε τελειώνουν… για να μην κόβονται οι πιστώσεις από τα ιδρύματα. 
Αυτά είναι τα χάλια της δημόσιας εκπαίδευσης στη χώρα. 

10/9/2017 
Η ΚΟΠΡΟΣ ΤΟΥ… ΑΥΓΕΑ
Εντάξει ο Τσίπρας είναι ψιλοαγράμματος, όπως πολλοί της γενιάς του. Σαραντάρηδες εννοώ. Το (διπλό) κακό είναι όμως πως δεν ξέρει ούτε να προφυλάσσεται. Πιο κάτω, πάντως, στους τριαντάρηδες, θα βρεις ακόμη χειρότερους – απλώς αυτοί, για την ώρα, δεν πάνε για πρωθυπουργοί. Το πρόβλημα έχει να κάνει με τα σχολεία που πήγαιναν όλοι αυτοί, και τα οποία (σχολεία) από το ΠΑΣΟΚ και μετά άρχισαν, σταδιακά, να βγάζουν αστοιχείωτους με τη σέσουλα. Το κακό έχει παραγίνει βέβαια τα πιο πρόσφατα χρόνια (φέτος το 90,3% των υποψηφίων για τα ΑΕΙ-ΤΕΙ έγραψε κάτω από τη βάση στην Ιστορία και το 83,45% κάτω από τη βάση στα Μαθηματικά), ενώ την κορύφωσή του δεν την έχουμε δει ακόμη.

DWIGHT TRIBLE ένας ωραίος τραγουδιστής

Όταν διάβασα στο site του πως ο Dwight Trible έχει συνεργαστεί ανάμεσα σε άλλους και με τον Oscar Brown, Jr. (οι «άλλοι» είναι οι Charles Lloyd, Billy, Kenny Burrell, Kenny Garrett, Harry Belafonte, Horace Tapscott, Billy Higgins και λοιποί ων ουκ έστιν αριθμός ) είπε «ok, εδώ είμαστε».
Σπουδαίος τραγουδιστής και με σοβαρή δισκογραφική ιστορία, ο Trible είναι μια φωνή που δύσκολα την ξεχνάς αν την ακούσεις. Βαθύφωνος βασικά, με έκταση, με πάθος, και με θεατρικότητα στην εκφορά του, ο Trible βρίσκεται εδώ, στο Inspirations [Gondwana / AN Music, 2017], στο στοιχείο του, αποτίνοντας, βασικά, φόρο τιμής στην jazz που τον επηρέασε κάνοντας τον τραγουδιστή.
Συνθέσεις/τραγούδια λοιπόν των Burt Bacharach/Hal David, Donny Hathaway/ Leroy Hutson, Cole Porter, Anthony Newley/ Leslie Bricusse, John Coltrane (ο Trible έβαλε στίχους στο “Dear Lord”), Dorothy Ashby ή και παραδοσιακά (“Black is the colour of my true loves hair”, “Deep river”) παρατάσσονται στο “Inspirations” και αποδίδονται στιβαρά από μια σοβαρή ομάδα (ανάμεσα και ο τρομπετίστας Matthew Halsall) με τον Trible επικεφαλής.
Άψογες ενορχηστρώσεις και, συγχρόνως, μια φωνή, που έχει τη δύναμη να διαχέει την παράδοση του ευρύτερου τζαζ τραγουδιού (από τα spirituals έως τις πιο σύγχρονες φόρμες) στο τώρα.

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

KΩΣΤΗΣ ΚΟΡΝΕΤΗΣ τα παιδιά της δικτατορίας

Το βιβλίο του Κωστή Κορνέτη «Τα Παιδιά της Δικτατορίας» [Πόλις, 2015] το διάβασα τον Αύγουστο που μας πέρασε κι έτσι, τώρα, μπορώ να γράψω κι εγώ μερικά λόγια. Εκείνο που θέλω να πω από την αρχή είναι πως το συγκεκριμένο βιβλίο είναι το καλύτερο, απ’ αυτά που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια, και που επιχειρούν να ερμηνεύσουν το νεολαιίστικο κίνημα (ας το πούμε έτσι χοντρικά), μέσα από τις διάφορες εκφάνσεις του την εποχή των ελληνικών long sixties (από τις αρχές του ’60, μέχρι την πτώση της δικτατορίας).
Ο Κορνέτης δε μασάει… νεοφιλελέδικο ταραμά και όπως γράφει από τις πρώτες κιόλας γραμμές τού βιβλίου του, για να διαλύσει αμέσως τα νέφη που μαζεύτηκαν τα τελευταία χρόνια πάνω από την έννοια «Πολυτεχνείο», σημειώνει: «Αυτή την αναθεωρητική οπτική (σ.σ. της αμφισβήτησης του Πολυτεχνείου) τη θεωρώ όχι απλώς εξαιρετικά άστοχη και ανιστορική, αλλά και επικίνδυνη, αφού τείνει να μετατρέψει το Πολυτεχνείο, από ένα γενικά αποδεκτό “τόπο μνήμης” μετά τη Χούντα σε διχαστικό μνημονικό γεγονός». Πάνω σ’ αυτή τη βάση είναι δομημένο το βιβλίο του, το οποίο αποτελείται από την Εισαγωγή, πέντε πολυσέλιδα κεφάλαια και τον Επίλογο. Θα τα δούμε αναλυτικά, αλλά, εννοείται, περιληπτικά.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στην εισαγωγή του ο Κορνέτης εμμένει επί της θετικής σημασίας του «Πολυτεχνείου», αντιμετωπίζοντας λογικά, κατ’ αρχάς την κριτική που δέχεται η Γενιά του Πολυτεχνείου, γράφοντας πως «στην Ελλάδα, όπως και αλλού, σε κάθε μέλος υπουργικού συμβουλίου αντιστοιχούν δεκάδες διαδηλωτές και διαδηλώτριες που χάθηκαν…», επισημαίνοντας συγχρόνως πως η Χούντα καλλιέργησε, άθελά της (όπως χαρακτηριστικά γράφει) ένα πολυδαίδαλο έδαφος, που καθόρισε την πορεία των ελληνικών long sixties. Φυσικά και συνέβη τούτο, μόνο που δε συνέβη, πάντα, και τόσο άθελά της… Διαχωρίζει επίσης, ο Κορνέτης, τους αντικαθεστωτικούς ακτιβιστές σ’ εκείνους που δραστηριοποιήθηκαν χωρίς εμφανή αποτελέσματα (και που είχαν ξεκινήσει προδικτατορικά) και σ’ εκείνους (μετά το 1971-72), που επέλεξαν τη μαζικότερη διαμαρτυρία αντί για την ατομική δράση τής προηγούμενης περιόδου. Γράφει επίσης για τις υποκουλτούρες από το εξωτερικό που συνεισέφεραν στο φοιτητικό κίνημα (κάτι που ελέγχεται βεβαίως), προσθέτοντας πως οι προφορικές πηγές (οι οποίες είναι πολυπληθείς στο βιβλίο) «διευκολύνουν τη διερεύνηση της μνήμης». Δεν χρειάζεται να πούμε πως οι προφορικές πηγές (όπου εκείνες εμφανίζονται) είναι ένα από το πιο ευεπίφορα σε κριτική παραθέματα του βιβλίου και πως υπάρχουν ουκ ολίγες αντικρουόμενες απόψεις σε αυτές. Παρά ταύτα ο Κορνέτης επιμένει πως η προφορική ιστορία, σε συνδυασμό με άλλες μεθόδους και πρακτικές, συμβάλλει στην αποσαφήνιση των γεγονότων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ – Μια κοινωνία αλλάζει
Εδώ δίνονται τα πρώτα ιστορικά στοιχεία για τη δεκαετία του ’60 και βασικά γίνεται λόγος για κάποια δείγματα φιλελευθεροποίησης (επιστροφή εξορίστων, παλιννοστούντες από χώρες του ανατολικού μπλοκ κ.λπ.), παρότι η ελληνική δημοκρατία εμφανιζόταν ακόμη διχαστική. Ο Κορνέτης γράφει, επίσης, για τον τουρισμό, που κυρίως επί Χούντας απογειώθηκε, πως ο φοιτητικός πληθυσμός αυξανόταν συνεχώς από το 1960 έως το 1972, ενώ γίνεται και περιγραφή του φοιτητικού ακτιβισμού την εποχή του 1-1-4 και του Συνδέσμου Νέων για τον Πυρηνικό Αφοπλισμό “Μπέρτραντ Ράσελ”. Κάπως μπερδεμένη, όμως, εμφανίζεται η φάση με τους τεντυμπόηδες, τους γιεγιέδες, τον Λαδά και το μίνι – δεν είναι εννοώ αυστηρώς καθορισμένες οι χρονικές στιγμές που συνέβαιναν όλα αυτά. Ο Κορνέτης λέει πολύ σωστά, εδώ, πως, παράλληλα με το Νέο Κύμα, αναπτυσσόταν στη μουσική μας και το ελληνικό ποπ/ροκ, το αγγλόφωνο βασικά, που, πάντως, δεν εμφάνιζε στα λόγια του καμμία κοινωνική διάσταση. Και κάπως έτσι, εδώ, μπαίνει ο Σαββόπουλος, ο οποίος σταδιακά θα έβλεπε στο ροκ και κάποια ανατρεπτικά χαρακτηριστικά (αν και τον Σαββόπουλο τον είχε προλάβει ο Λοΐζος με τα προδικτατορικά «Νέγρικα» και τη συνεργασία του με τους Cinquetti). Εδώ υπάρχει επίσης το ξεχωριστό υποκεφάλαιο για τη Γενιά του Ζήτα, τους Λαμπράκηδες δηλαδή, ενώ σωστά τονίζεται πως «το να ήσουνα οργανωμένος στους Λαμπράκηδες ήταν πραγματικά ηρωικό, διότι κινδύνευες άμεσα, χωρίς καλαμπούρια» (από συνέντευξη). 
Γίνεται, επίσης, αναφορά στο υπερεκτιμημένο (για μένα) περιοδικό Πάλι και στο πολύ σοβαρό περιοδικό της Αριστεράς Επιθεώρηση Τέχνης, στις συντηρητικές Εποχές, στο μαϊκό Αναγέννηση, αλλά όχι και στην προδικτατορική Πανσπουδαστική. Η εστίαση στους Λαμπράκηδες είναι αξιόλογη, καθώς διερευνώνται και οι λιγότερο κεντρικές ή και περιθωριακές κατευθύνσεις της οργάνωσης (ακόμη και η ένοπλη βία), την ώρα κατά την οποίαν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί και άλλοι (κρατική εξουσία, αστυνομία, συντηρητικός Τύπος, σχολεία…) λάβαιναν τα μέτρα τους προς πάσα κατεύθυνση. Το σημαντικό αυτού του κεφαλαίου έρχεται στο τέλος, όταν με αφορμή τη συναυλία των Rolling Stones στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού (17 Απριλίου 1967), γίνεται ο διαχωρισμός ανάμεσα στους απολίτικους γιεγιέδες και στην πολιτικοποιημένη νεολαία. Ο Κορνέτης γράφει πολύ σωστά πως στις αρχές της δεκαετίας του ’70… «μια νέα γενιά θα απορροφούσε τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της απολίτικης αντικουλτούρας (σ.σ. το μακρύ μαλλί για παράδειγμα) και θα τα συνέδεε αρμονικά με ένα νέο τύπο πολιτικοποίησης».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ – Φοίνικας με ξιφολόγχη
Το κεφάλαιο αυτό έχει να κάνει με τη Χούντα φυσικά, η οποία περιγράφεται χοντρικά και σωστά σ’ αυτές τις λίγες γραμμές… «Η ιδεολογία της Χούντας αποτελούσε ακραία εκδοχή της μετεμφυλιακής ιδεολογικής υπερδομής του ελληνικού κράτους, που βασιζόταν στον εμπαθή αντικομμουνισμό και στην εξύμνηση ενός μεταφυσικού ελληνικού πνεύματος». Γίνεται επίσης λόγος για την ευρύτερη παθητική αντίσταση στο καθεστώς, που αιτιολογείται και μέσω της βελτίωσης του επιπέδου διαβίωσης. Ο Κορνέτης γράφει πως «η Χούντα διέγραψε τα χρέη των αγροτών, αύξησε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, εξέδωσε περισσότερες οικοδομικές άδειες και πρόσφερε υψηλότερα επιδόματα και δάνεια στο μέσο έλληνα μικροαστό», αντιμετωπίζοντας επιπλέον «προνομιακά (και) τον τουριστικό τομέα». Γίνεται επίσης λόγος για την αντίσταση στο καθεστώς από ’κείνους τους αριστερούς, που δεν είχαν συλληφθεί, σημειώνοντας πάντως πως η συγκεκριμένη αντιστασιακή δράση δεν απέκτησε κοινωνική δυναμική (παρότι δυναμικές ενέργειες συνέβησαν). Γίνεται λόγος, λοιπόν, για τη Δημοκρατική Άμυνα (ΔΑ), το Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ) και το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (ΠΑΚ). Επίσης γίνεται μια αρχική προσπάθεια να περιγραφεί η κατάσταση στα πανεπιστήμια στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, που χοντρικά ήταν απολύτως ελεγχόμενη από το καθεστώς.
Στη συνέχεια ο Κορνέτης μπαίνει σε κάποια θέματα, που φαίνεται να μην τα έχει ψάξει και τόσο, και που σχετίζονται με τη γενικότερη πληροφόρηση όσον αφορά στα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα (από το εξωτερικό) και τη σχέση που οικοδομούσε το καθεστώς με κάποια στοιχεία της λεγόμενης «αντικουλτούρας». Ο Κορνέτης φαίνεται να δίνει περισσότερη βάση στις απόψεις ενός φαιδρού προσώπου (και για τα μέτρα των υπολοίπων χουντικών) του συνταγματάρχη Λαδά καθώς και στις ντιρεκτίβες του υπουργείου εσωτερικών, που γίνονταν για τα μάτια του κόσμου, τον εξευμενισμό της Εκκλησίας κ.λπ. («'οι Μπητλς και οι μπήτνικ, προϊόντα του τεντυμποϊσμού, δεν έχουν θέση στην Ελλάδα'»), αγνοώντας ή υποτιμώντας, για παράδειγμα, πως στο πρώτο καλοκαίρι της δικτατορίας οι Beatles, με την άδεια και τη στήριξη του καθεστώτος, γυρόφερναν τη χώρα (έμεναν στου Παπάγου, πήγαν Αράχωβα-Δελφούς, έκαναν κρουαζιέρα κ.λπ.). Εν συνεχεία γίνεται αναφορά στην πληροφόρηση που έφτανε απ’ έξω, καθώς τονίζεται, πολύ σωστά, εδώ, πως «οι ειδήσεις από τις εξεγέρσεις του εξωτερικού (σ.σ. το 1968) δεν αποσιωπήθηκαν πλήρως. Αντίθετα, η διαδικασία πληροφόρησης ήταν πολύ πιο δυναμική, παρά το έκδηλα καταπιεστικό πλαίσιο». Επιμένω σε τούτο, καθώς διάφοροι… χαλβάδες, που γράφουν ελαφρά τη καρδία γι’ αυτά τα θέματα, υποστηρίζουν πως ο κόσμος δεν ήξερε τίποτα, τότε, περί Μάη ’68, Martin Luther King, Rudi Dutschke κ.λπ., και πως η χώρα βρισκόταν στο απόλυτο σκοτάδι. Τέτοιες βλακείες υποστηρίζει στο βιβλίο και ο μουσικοκριτικός Γιώργος Νοταράς π.χ. (απόψεις του από το 1999).
Οι αναφορές στους έλληνες φοιτητές του εξωτερικού έχουν, βεβαίως, το νόημά τους, καθώς συμπίπτουν και με τη διάσπαση του ΚΚΕ (το Φλεβάρη του ’68), που τροφοδοτεί τις νέες… ενδοαριστερές συγκρούσεις. Γίνεται λόγος για τις οργανώσεις Κίνημα της 20ης Οκτώβρη και Κίνημα της 29ης Μαΐου, τη δημιουργία του ΕΚΚΕ και της ΛΕΑ (που προήλθαν ουσιαστικά από τη διάσπαση της 29 Μάη), καθώς και για τις δυναμικές βομβιστικές ενέργειες στην Αθήνα που ακολούθησαν όλο το επόμενο διάστημα (καταστροφή του αγάλματος του Τρούμαν, τον Νοέμβρη του ’70, ανατίναξη αμερικανικών αυτοκινήτων σε διαμαρτυρία για την επίσκεψη του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Spiro Agnew κ.ά.). Περιττό να πούμε πως η επίσημη αριστερά αντιτασσόταν σ’ αυτού του τύπου τις δυναμικές ενέργειες και όπως γράφει και ο Κορνέτης «η νομιμοποίηση των βίαιων ενεργειών ως μέσου αντίστασης αποτελούσε ένα από τα κύρια σημεία τριβής μεταξύ των ελληνικών οργανώσεων στο εξωτερικό». Φυσικά υπήρχαν και οργανώσεις που είχαν σχηματιστεί και δρούσαν στην Ελλάδα, όπως η Λαϊκή Πάλη π.χ. – με τις βομβιστικές ενέργειες εναντίον στόχων του καθεστώτος και στόχων αμερικανών συμφερόντων κ.λπ. να είναι συνεχείς. Ο Κορνέτης δίνει, μάλιστα, κι ένα στατιστικό στοιχείο. «Κατά τη διάρκεια της Επταετίας τοποθετούνταν 27 βόμβες το χρόνο κατά μέσο όρο, τακτική που έφτασε στην κορύφωσή της το 1969».
Πρωτοσέλιδο της Μακεδονίας, 3 Σεπτεμβρίου 1970
Ένα σημαντικό υποκεφάλαιο αφορά εδώ στον Ρήγα Φεραίο (ιδρύθηκε τον Δεκέμβρη του ’67). Παρότι ο Ρήγας αναλώθηκε βασικά σε διανομή προκηρύξεων, τρικ και αναγραφές συνθημάτων σε τοίχους βγήκε και από εκείνου τα σπλάχνα μια δυναμική φράξια, ο Άρης Ρήγας Φεραίος (είναι γνωστή η ιστορία του Τσικουρή και της Αντζελόνι, που σκοτώθηκαν κατά την τοποθέτηση βόμβας έξω από την αμερικανική πρεσβεία, το Σεπτέμβρη του ’70). Φυσικά, η «τάξις» έχει τον τρόπο να ακυρώνει στην πορεία δυναμικές ενέργειες τέτοιου τύπου και μέσω της γελοιοποίησής τους (δες π.χ. την κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου «Μανωλάκης ο Βομβιστής» από την άνοιξη του ’73).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ – Το κουνούπι και ο ταύρος
Σ’ αυτό το κεφάλαιο ο Κορνέτης «μπαίνει» βασικά στα πανεπιστήμια, εξετάζοντας τις ζυμώσεις, τις οργανώσεις, τις δράσεις κ.λπ., ενώ εξετάζει και θέματα που αφορούν στην ψυχαγωγία της νεολαίας (εκδρομές, φεστιβάλ μουσικής, ποδόσφαιρο), στο δεύτερο μισό της δικτατορίας, και που επέδρασαν, θετικά ή αρνητικά, στη διαμόρφωση συγκεκριμένων συνειδήσεων. Γίνεται λόγος για τις δεξιές/ακροδεξιές και λοιπές καθεστωτικές φοιτητικές οργανώσεις που προσπαθούσαν να προσεγγίσουν τη νεολαία μέσω του ροκ διοργανώνοντας συναυλίες (Johnny Hallyday και Sylvie Vartan, Ντέμης Ρούσσος) ή τυπώνοντας περιοδικά που υμνούσαν τους δικτάτορες (Φοιτητικός Παλμός κ.λπ.). Βασικά το φοιτητικό κίνημα απογειώνεται, όπως σωστά σημειώνει ο Κορνέτης, μέσω των συνεχών κινητοποιήσεων για την διεξαγωγή ελεύθερων φοιτητικών εκλογών (σταδιακά από το 1971 και μετά). Είχε «βοηθήσει» προς αυτό τα μάλλα η φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος, που διοχέτευσε, έτσι, την αντιχουντική δράση από τις παράνομες οργανώσεις της Αριστεράς στο μαζικότερο φοιτητικό κίνημα. Γίνεται λόγος για την ΕΚΙΝ (Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων), το Σύλλογο Κρητών Φοιτητών, την ΕΜΕΠ (Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων) κ.λπ. 
Κάτι σημαντικό εδώ, που δεν το γνωρίζει πολύς κόσμος και έχει από μόνο του ίδιον βάθος είναι το γεγονός της σιωπηρής στήριξης (και) της ευρωπαϊκής Δύσης προς το χουντικό καθεστώς. Ο Κορνέτης γράφει πως η αποπομπή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης (12 Δεκεμβρίου του ’69) προωθήθηκε, βασικά, από τις Σκανδιναυικές χώρες, που δεν ανήκαν στην τότε ΕΟΚ – η οποία ΕΟΚ έψαχνε να βρει λαγούμια για να επικοινωνήσει με τη χούντα, προσθέτω τώρα εγώ. Προγραμματιζόταν, μάλιστα, επίσκεψη στην Αθήνα του Helmut Schmidt, υπουργού οικονομικών της τότε Δυτικής Γερμανίας, τα Χριστούγεννα του ’73, την οποίαν απέτρεψαν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και το πραξικόπημα του Ιωαννίδη. Γίνεται επίσης λόγος για τις ομιλίες του Günter Grass και της οικονομολόγου Joan Robinson στην Αθήνα του ’72 (ΕΜΕΠ) και βεβαίως για τη διάλυση των «κεντρώων» αυτών οργανώσεων στα μέσα εκείνης της χρονιάς.
Το κεφάλαιο θα ολοκληρωθεί με την περιγραφή των καταστάσεων μέσα και έξω από τις Σχολές πλέον, καθώς οι οργανώσεις της Αριστεράς (ΚΟΣ, ΚΝΕ, Αντι-ΕΦΕΕ, ΟΜΛΕ/ΠΠΣΠ, ΕΚΚΕ/ΑΑΣΠΕ, ΠΑΚ/Παναρμόνια κ.ά.) άρχισαν να παίζουν έναν όλο και πιο σημαντικό ρόλο στα πράγματα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ – Στα χαρακώματα του πολιτισμού
Το κεφάλαιο αυτό είναι από τα πιο σημαντικά του βιβλίου, καθώς ο Κορνέτης εξετάζει τις σχέσεις ανάμεσα στις πολιτικές δραστηριότητες και τον πολιτισμό, την εποχή που μας ενδιαφέρει. Γίνεται λόγος για τα πρώτα νόμιμα αντιχουντικά κείμενα (Δεκαοχτώ Κείμενα, Νέα Κείμενα 2…), για τα περιοδικά που εξέφραζαν αντιχουντικές θέσεις (Συνέχεια, αντί…), για τους εκδοτικούς οίκους που τύπωναν το αριστερό βιβλίο (Νέοι Στόχοι, Σύγχρονη Εποχή κ.ά.) μετά την κατάργηση της προληπτικής λογοκρισίας για τα έντυπα, τον Νοέμβρη του ’69, για τα “underground” έντυπα (Λωτός, Κούρος, Panderma) κ.λπ. Ήταν όμως τα τρία «Μ» (Μαρξ, Μάο, Μαρκούζε), που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον φοιτητών και νεολαίας, μαζί βεβαίως με το καθαρό λενινιστικό βιβλίο. 
Και όπως αναφέρεται: «ενώ τα πρώτα βιβλία που κυκλοφόρησαν ήταν “αιρετικά”, κυρίως της αριστεράς ή της αμερικάνικης αριστεράς, Μαρκούζε και τέτοια, τελικά η μεγάλη πλειοψηφία της νεολαίας πήγε στο ΚΚΕ» (από συνέντευξη). Υπάρχουν αναφορές επίσης σε εκδόσεις, για τις οποίες έχουμε γράψει κι εμείς, εδώ στο δισκορυχείον, όπως για το βιβλίο Φοιτητική Δύναμη [Αρμός] ή το 1 φοιτητικά/ Μελέτες – Προγράμματα – Διακηρύξεις/ Η ιστορία του φοιτητικού Συνδικαλιστικού Κινήματος σ’ όλο τον Κόσμο [Υδροχόος] του Fred Halliday, ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα, που έφερνε το ελληνικό νεανικό-φοιτητικό κοινό (ή όποιο άλλο) σε επαφή με την πορεία των φοιτητικών κινημάτων στα πανεπιστήμια του κόσμου.
Φυσικά, ο Κορνέτης περνάει και από τον κινηματογράφο και τις ταινίες που ηθελημένα ή άθελά τους (θα πω εγώ) γαλούχησαν συνειδήσεις. Γίνεται λόγος κατ’ αρχάς για το περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος, για τις ταινίες του Αγγελόπουλου Αναπαράσταση και Μέρες του ’36, για το Προξενιό της Άννας και τον Μεγάλο Ερωτικό του Βούλγαρη, για την Ανοιχτή Επιστολή του Σταμπουλόπουλου (πιο παλιά ταινία αυτή, από το ’68), για το Μαύρο+Άσπρο των Ρεντζή-Ζερβού και φυσικά για ξένες ταινίες, είτε… κομμουνιστικές (Αϊζενστάιν, Jancsó), είτε αμερικανικές σαν τις γνωστές μπαλαφάρες (έτσι τις αποκαλώ εγώ) τύπου Easy Rider και Φράουλες και Αίμα, που «πούλαγαν» κάλπικη επαναστατικότητα – και η οποίες στα μυαλά των νεολαίων της εποχής είχαν και κάποιες «προοδευτικές» να τις πούμε επιδράσεις (οι φίλοι του δισκορυχείου ξέρουν πως για τις Φράουλες και Αίμα π.χ. έχω κάνει ειδική ανάρτηση). Σ’ αυτό το κεφάλαιο υπάρχει κι ένα προφορικό παράθεμα (Βουρεκάς, συνέντευξη) που σχετίζεται με τον Μεγάλο Ερωτικό του Χατζιδάκι και θέλω να το αντιγράψω, καθότι δείχνει πεντακάθαρα τα… ήθη της εποχής.
«Μου φαινόταν πολύ ακραίο, εν μέσω Χούντας, αυτός να βγάζει το Μεγάλο Ερωτικό. Μου ’σπαγε τα νεύρα, μου φαινόταν ανυπόφορο αυτό το πράγμα. Εχθρευόμουνα τη μουσική του ακριβώς γιατί δεν μπορούσε να εκφράσει αυτό που νιώθαμε όλοι οι άλλοι. Για μας η έκφραση ήταν η δράση, η πάλη η πολιτική, η αντιχουντική, η αντιδικτατορική δράση – τώρα τι μας λέει ο Μεγάλος Ερωτικός… Το θεωρούσαμε το λιγότερο μια ειρωνεία. Ένας άνθρωπος μικροαστός, που είναι κλεισμένος στον κόσμο του – εδώ ο κόσμος χάνεται και η πουτάνα λούζεται. Ακριβώς αυτό, αυτή ήταν η αίσθηση. Και τον σνομπάραμε και τον περιφρονούσαμε».
Από το σινεμά ο Κορνέτης περνάει στο θέατρο. Γράφει για τα αποτελέσματα της φιλελευθεροποίησης και στο χώρο του θεάτρου, για τα περιοδικά Ανοιχτό Θέατρο και Θεατρικά, το Θέατρο Τέχνης, το Θέατρο Στοά, το Ελεύθερο Θέατρο, την παράσταση Το Μεγάλο μας Τσίρκο κ.λπ.
Από το σινεμά και το θέατρο… στη μουσική. Το ωραίο εδώ το λέει ο φοιτητής τότε και δημοσιογράφος σήμερα Αντώνης Νταβανέλος: «Εγώ θυμάμαι στο σχολείο μου είχαμε χωριστεί στα δύο: οι απολίτικοι ροκάδες, δηλαδή Led Zeppelin να το πω σχηματικά (σ.σ. πολύ σωστός!) και το πολιτικοποιημένο κομμάτι, που άκουγε Ντίλαν, Κρόσμπι Στιλς Νας και Γιάνγκ και ήταν τα ευαγγέλια». Ο Κορνέτης γράφει για… αρκετά(!) ελληνικά συγκροτήματα, που μιλούσαν για τα ναρκωτικά και το εξεγερσιακό πνεύμα (ποια ήταν αυτά;), χαρακτηρίζοντας τους Poll ως «συμβατικό ροκ συγκρότημα» (ok). Γράφει επίσης για τον απαγορευμένο Θεοδωράκη, για τον Σαββόπουλο, φθάνοντας όμως και στην υπερβολή (όταν αναφέρεται στο «εκρηκτικό μείγμα (που) είχε δημιουργήσει η ελληνική αντικουλτούρα» ή όταν αναπαράγει άκριτα τα περί «κρυφού σχολειού της ροκ στην Αθήνα» σχετικά με το δισκοπωλείο Pop 11, τις χαζές υπερβολές δηλαδή του Παύλου Σιδηρόπουλου). Περαιτέρω γίνεται λόγος για τον Γιάννη Μαρκόπουλο, την Κωχ, τον Ξυλούρη και τα ριζίτικα, τα αντάρτικα, τα ρεμπέτικα (κι εδώ δεν αποφεύγονται κάποιες υπερβολές, όταν διαβάζουμε πως η Μπέλλου και ο Τσιτσάνης «έπαιζαν ακόμη στους τεκέδες της Αθήνας»), τη μπουάτ Λήδρα κ.λπ.
Το υποκεφάλαιο «Έμφυλη στράτευση και “σεξουαλική επανάσταση”» ολοκληρώνει αυτό το μέρος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ – Οι δέκα μήνες που συγκλόνισαν την Ελλάδα
Το παρόν κεφάλαιο είναι φανερό σε τι ακριβώς αναφέρεται. Ο Κορνέτης μεγεθύνει στο 1973 και σε όλα εκείνα τα γεγονότα που συνέβαλαν στον ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβρη εκείνης της χρονιάς. Η αφήγηση είναι πολύ καλή, ο Κορνέτης το έχει ψάξει το θέμα του (εξάλλου και η βιβλιογραφία για το «Πολυτεχνείο» είναι επαρκέστατη) και δίνει όλες τις απαραίτητες αιτιάσεις και πληροφορίες. 
Νομική, πρώτη εμφάνιση αναρχικών (Μπαλής, Κωνσταντινίδης), καταλήψεις, στρατευμένοι φοιτητές, η περαιτέρω φιλελευθεροποίηση και τα «λάθη» της Χούντας, η Χιλή και η Ταϋλάνδη, ο Ζουρνατζής, ο Ψαρουδάκης, ο Μαρκεζίνης, η 14η , η 15η, η 16η και η 17η Νοέμβρη, ο Διομήδης Κομνηνός, η «Ρωμιοσύνη» στα μεγάφωνα, το τανκ στην πόρτα του Πολυτεχνείου… Ακόμη γίνεται λόγος για τις κινητοποιήσεις σε Πάτρα, Γιάννενα και Θεσσαλονίκη, όπως και για την περίοδο Ιωαννίδη και φυσικά για τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης (με τον Καραμανλή, πια, στο τιμόνι της χώρας), τη λεγόμενη «τρομοκρατία», τις δίκες των πρωταιτίων και των βασανιστών, την κατάληψη του Χημείου το ’79, για να κλείσει το κεφάλαιο με μια ακόμη ουσιαστική επισήμανση: «Ασφαλώς, η κατάσταση άλλαξε ριζικά μετά το 1981, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Για τους περισσότερους πρωταγωνιστές του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, και παρά τη συνήθη απόρριψη του λαϊκισμού του ΠΑΣΟΚ της εποχής, το 1981 σηματοδότησε τον πραγματικό εκδημοκρατισμό της χώρας, σε αντίθεση με το μεσοδιάστημα των δεξιών κυβερνήσεων μετά το 1974, που είχαν διατηρήσει τα κατάλοιπα του αυταρχικού παρελθόντος».
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Σ’ αυτές τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου επιχειρείται να συνδεθεί ο ελληνικός Νοέμβρης του ’73 με τον γαλλικό Μάη του ’68 (σε πρώτη φάση), όπως και με άλλες νεολαιίστικες εξεγέρσεις που συνέβησαν εκείνη τη σημαδιακή χρονιά. Θα συμφωνήσω (και) εδώ με τον συγγραφέα πως κάθε απόπειρα τέτοιου τύπου είναι παρακινδυνευμένη, καθώς υπάρχουν μεγάλες διαφορές που δεν ευνοούν ταυτίσεις. 
Κλείνω, αυτή την κριτική παρουσίαση τού πολύ καλού βιβλίου του Κώστα Κορνέτη με τον τρόπο που την ανοίξαμε. Με το εξής παράθεμα από τον Επίλογο:
«Η οικονομική κρίση της εποχής μας δημιούργησε μια νέα τάση: τη διάθεση να απορρίπτονται πλήρως τόσο η Μεταπολίτευση γενικά όσο και η γενιά του Πολυτεχνείου ειδικά και να επιρρίπτεται σε αυτές το ανάθεμα για όλα τα κατοπινά δεινά της ελληνικής κοινωνίας. Η τάση αυτή απειλεί τα ίδια τα θεμέλια στα οποία οικοδομήθηκε η μεταδικτατορική συλλογική μνήμη. Απομένει να δούμε με ποιους τρόπους θα επηρεάσει στο μέλλον την πολιτική κουλτούρα της χώρας και την αυτοεικόνα της η αμφισβήτηση του γεγονότος που αποτέλεσε μέχρι τώρα την πεμπτουσία του εθνικού τόπου μνήμης».
Παρότι η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα έχει βάλει στο στόχο της, εδώ και κάποια χρόνια, το «Πολυτεχνείο» και χτυπάει αλύπητα ένα είναι σίγουρο. Όσο τα προτάγματα του «Πολυτεχνείου» παραμένουν ζωντανά και επίκαιρα ουσιαστικός κίνδυνος δεν υπάρχει. Τούτο όμως δε σημαίνει πως κι εμείς θα εφησυχάζουμε…