Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

οι JUMPIN’ BONES κι ένα ελληνικό rhythm n’ blues άλμπουμ μετά από καιρό

Είχα πολύ καιρό ν’ ακούσω ένα ελληνικό συγκρότημα που να παίζει rhythm nblues, κινούμενο πάνω στις κλασικές, ηλεκτρικές ράγες. Να λοιπόν τώρα που συμβαίνει με τους JumpinBones, μια  μπάντα την οποίαν αποτελούν οι Ορέστης Τσικούρης φωνή, φυσαρμόνικα, Δημήτρης Δακόπουλος κιθάρα, Κωνσταντίνος Αλούπης μπάσο και Σπύρος Γαβαλάς ντραμς.
Οι JumpinBones σχηματίστηκαν στην Αθήνα πριν τέσσερα χρόνια, κυκλοφόρησαν τα τραγούδια τους στην αρχή ψηφιακά, ενώ τώρα τα βλέπουν και σε ωραίο βινύλιο τυπωμένο από την Ikaros Records. Δικά τους τραγούδια λένε βασικά στο Marrowαλλά έχουν και κάποιες διασκευές, που δεν είναι όμως, σώνει και καλά, οι κλασικές. Να… ας πούμε… διασκευάζουν το θέμα του “Spiderman” (των RobertBobHarris και Paul Frnacis Webster) και ακόμη το “Down in Mexico” (των Coasters, δηλαδή των Leiber & Stoller), ενώ τα υπόλοιπα επτά τραγούδια τού LP είναι δικά τους.
Το συγκρότημα παίζει με φόρα και με δύναμη, κάτι που είναι ακουστό από την πρώτη στιγμή, έχει δυνατό αρμονικίστα, που βγάζει γεμάτο ήχο, ωραίο κιθαρίστα που παίζει soli, riffs, όπως και ρυθμικά, με… ορατή άνεση και, βεβαίως, ρυθμικό τμήμα που δένει άψογα το όλον. Λίγο η φωνή με κρατάει κάπως πίσω, αλλά ok, δεν είναι εύκολο να βρεις στην Ελλάδα τις τέλειες rhythm nblues φωνές… και σ’ αυτό τον τομέα δεν πρέπει να έχουμε τις μέγιστες απαιτήσεις (και τούτο το λέω, δίχως να υπονοώ πως ο τραγουδιστής των JumpinBones δεν κάνει καλή δουλειά και πως δεν είναι επαρκής).
Το άλμπουμ ανοίγει με το “T.I.N.A. boogie” (ξέρετε ποια είναι η Τ.Ι.Ν.Α.), συνεχίζει στο ίδιο φουριόζο τέμπο με το θέμα του “Spiderman”, για ν’ ακολουθήσει το “Stop worryinbabe”, που δείχνει τη δυνατότητα των JumpinBones να φτιάχνουν ωραία rhythm nblues, με μικροαλλαγές, κοψίματα, breaks και soli, που έχουν τον τρόπο να μη σε κατεβάζουν από την πίστα. Λέμε τώρα… αλλά γιατί όχι; Τα τραγούδια τού αθηναϊκού γκρουπ το έχουν το jump στοιχείο, αν μετρήσουμε το γεγονός πως σχεδόν όλα δεν κατεβάζουν στροφές, καθώς, το ένα μετά το άλλο, προσφέρουν τα σωστά και απαραίτητα χορευτικά vibes. Και λέμε πάντα για την πρώτη πλευρά, που κλείνει μ’ ένα ακόμη εξαιρετικό όσο και γρήγορο r&b, το “Drummers heart blues”.
Όμως και η B Side ξεκινά το ίδιο εντυπωσιακά με το “Gonna have to pay”, για ν’ ακολουθήσει το μοναδικό, ουσιαστικά, αργό κομμάτι τού LP, που, και αυτό, δίνει τη δυνατότητα στην μπάντα ν’ αποδείξει πως είναι έτοιμη για μεγάλα πράγματα (στο είδος της). Το “Marrow” θα ολοκληρωθεί με την πολύ καλή, mid-tempo βασικά, διασκευή του “Down in Mexico” και από ’κει και πέρα μ’ ένα ακόμη γρήγορο track (το “Double pleasure”), που είναι ό,τι πρέπει για κλείσιμο.
Απλά πράγματα έχουμε εδώ, που πρέπει όμως να έχεις και ψυχή και τεχνική για να μπορέσεις να τα παίξεις τόσο ωραία.

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

MIKΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 80

22/2/2018
Κι ένα τρίτο στη σειρά κινηματογραφικό ποστ, για πολύ γερούς φίλους του ελληνικού σινεμά αυτή τη φορά.
Πρόκειται… «για την ιστορία ενός νέου, επιληπτικού, μοναχικού ανθρώπου, που η μόνη του συντροφιά ήταν τα περιστέρια. Κάποτε μπαίνει στη ζωή του μια παντρεμένη γυναίκα. Μετά από μια πορεία, εκεί όπου αναλύονται όλα τα προβλήματα της τότε κοινωνίας, καταλήγει στο να σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια ό,τι αγάπησε περισσότερο: τα περιστέρια και τη γυναίκα».
Ξέρετε για ποια ταινία (μεγάλου μήκους) πρόκειται; Την έχετε δει μήπως;

22/2/2018 
Δεν ξέρω πόσοι έχουν πάρει χαμπάρι την ελληνική ταινία «Έτερος Εγώ», παραγωγής 2016. Η ταινία, που είναι θρίλερ, με σίριαλ κίλερ και με αναφορές στον Πυθαγόρα, σαρώνει στο YouTube, καθώς έχει κοντά στις 700 χιλιάδες θεάσεις σε λιγότερο από δυο μήνες. Διθυραμβικά είναι δε και τα σχόλια, κάτω από την ταινία, από ανθρώπους που τονίζουν τα… ευρωπαϊκά ή τα αμερικάνικα τεχνικά χαρακτηριστικά της κ.λπ. Σε κάθε περίπτωση η ταινία είναι ψυχαγωγική, χωρίς να είναι φτηνοκωμωδία ή επιδεικτικά αλλόκοτη, όπως οι ταινίες του Λάνθιμου πι χι.  
Είδα λοιπόν την ταινία και δεν το μετάνιωσα. Είναι όντως καλογυρισμένη, αλλά χάνει σε πολλά. Κατ’ αρχάς δεν έχει ανατροπές, καθώς από πολύ νωρίς καδράρεις το δολοφόνο. Δεύτερον, έχει γενικά άνευρους πρωταγωνιστές. Στο YouTube χύνουν για τον Δαδακαρίδη (εγκληματολόγος), αλλά εμένα μου φάνηκε λίγος και χωρίς να πείθει, όπως λίγος ήταν και ο Καταλειφός (εντελώς έξω από τα νερά του ως πρύτανης) και όλοι οι υπόλοιποι βασικοί πλην του Μάνου Βακούση (αστυνόμος) – ένας εξαιρετικός έλληνας ηθοποιός, που τον έχω δει ξανά και στο σινεμά και στο θέατρο να διαπρέπει, και για τον οποίον δεν γράφονται πολλά. Η ταινία χάνει και στη μουσική, που ακολουθεί συμβατικούς κανόνες, προεξοφλώντας την αφήγηση κ.λπ., ενώ έχει και ψεύτικους / γυαλισμένους χώρους. Τέλος και ο πυθαγόρειος «μύθος», έτσι όπως αποκαλύπτεται, εντελώς άνευρα και συμβατικά, απεμπολεί, και αυτός, τη γοητεία του. Μπορώ να πω κι άλλα, αλλά δεν υπάρχει λόγος. Εξάλλου, πολλοί μπορεί να μην έχουν δει το φιλμ και να τους τη σπάω…  
(Την ταινία όποιος θέλει τη "χτυπάει" στο YouTube και τη βλέπει) 

22/2/2018 
Επειδή οι Αμερικάνοι χωρίζουν τον κινηματογράφο σ’ εκείνον που φέρνει πίσω λεφτά, πολλά λεφτά, και σ’ εκείνον που δεν φέρνει τίποτα, επινόησαν τα Όσκαρ, στην προσπάθειά τους να πουσάρουν τον πρώτο. Τα Όσκαρ, δηλαδή, είναι τα μόνα κινηματογραφικά βραβεία που έχουν υπαρκτό νόημα (κάτι «Φοίνικες», κάτι «Λιοντάρια» και κάτι «Αρκούδες» είναι απλώς… γυφτοαριστοκρατισμοί των λιγούρηδων Ευρωπαίων), αφού εξαργυρώνονται κατ’ ευθείαν, παγκοσμίως, και όπως πρέπει, στα ταμεία. 
Απ’ αυτό το σημείο, όμως, έως την γελοιότητα της οσκαρολογίας –το να γλείφει δηλαδή όλος ο γλόμπος ένα «σύστημα» κακογουστιάς, χειραγώγησης, δολοπλοκιών και ίντριγκας, συστατικά στοιχεία όλα τούτα της πιο χυδαίας αμερικανίλας– υπάρχει σίγουρα απόσταση.

21/2/2018 
Τράβα-τράβα, όλο και κάτι θα βγει… είναι ο νέος δίσκος του Θανάση Παπακωνσταντίνου με τραγουδιστή το Μάλαμα. Δεν είναι μόνο η χειρότερη εισαγωγή σε ελληνικό δίσκο που έχω ακούσει εδώ και κανα-δυο δεκαετίες, είναι πως με το ζόρι θα βρεις ένα-δυο τραγούδια που να έχουν κάτι να προτείνουν, κάτι που να μη μοιάζει με το χθεσινό και το ξαναειπωμένο. Όλα ίδια κι απαράλλαχτα, τόσα χρόνια τώρα, με τις κιθάρες να στριγγλίζουν σαν υστερικές μανάδες (παραπάλιωσε κι αυτό το «κολπάκι», μέχρι και ο Thurston Moore το σιχάθηκε), με τα ίδια ανακατεματάκια σε σιγανή φουφού για να… χυλώσει η παράδοση, με τις ίδιες στιχουργικές ακριτομυθίες, που δεν περιγράφουν πλέον τίποτα και δεν απαντούν σε τίποτα.  
Μάγκες μου μετά από οκτώ χρόνια διάλυσης των πάντων το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι τραγούδια που δεν τραγουδιούνται και που ακούγονται... σαν τους χρησμούς της Πυθίας. Βαρεθήκαμε. Πείτε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, αν δεν κωλώνετε, αλλιώς αφήστε το… για τ’ απομνημονεύματά σας.  
Μελοποίηση σε Τάσο Λειβαδίτη είναι αυτό...

21/2/2018 
46 χρόνια μετά οι παπάδες, στην Ελλάδα, εξακολουθούν να κυνηγάνε το Jesus Christ Superstar (για το θεατρικό λέμε - η ταινία είναι άλλο κεφάλαιο). Δε βαρέθηκαν; 
Η πρώτη φορά (δεν το ξέρουν πολλοί αυτό) ήταν το 1971-72 (πιθανώς στις αρχές του ’72) και δεν είχε σχέση με τους Πλέσσα-Μαλαβέτα (αυτοί το είχαν ανεβάσει τη σεζόν 1978-79). Να τι είχε πει ο Κώστας Τουρνάς στη Μανίνα στα μέσα του ’70: 
«Εκείνες τις ημέρες στο καλλιτεχνικό σχήμα του Ελατηρίου είχε προσχωρήσει μια περίεργη καλλιτεχνική ομάδα. Αυτή η ομάδα ήταν με επικεφαλής τον Γιάννη Πετρίτση, τον συνθέτη που τον ακούσαμε αργότερα με τον Τρωικό Πόλεμο(…). Με τον Πετρίτση λοιπόν, την Δέσποινα Γλέζου, η οποία απεχώρησε από το Ελατήριο, επανήλθε στο Ελατήριο, αλλά δεν έχει έρθει ακόμη μαζί μας, τον Άρη τον Τασούλη που έπαιζε, αργότερα, πιάνο μ’ εμάς, ένα μπασίστα, τον Θόδωρο –δεν θυμάμαι το επίθετό του– είχε έρθει από την Αμερική. Έλληνας όμως. Μια Αγγλίδα που αργότερα τραγούδησε με τους Morka, τον Μιχάλη Ορφανίδη στα τύμπανα που κοινά τον ξέρουμε ως ‘Ζάππα’ στον μουσικό χώρο. Αυτοί θα παρουσίαζαν το Jesus Christ Superstar στα ελληνικά. Μια πολύ όμορφη και ζεστή δουλειά, η οποία πήγε χαμένη. Πήγε χαμένη γιατί ο παπάς της ενορίας, περνώντας έξω από το Ελατήριο, βλέποντας την αφίσα που το διαφήμιζε, έκανε ολόκληρο σκάνδαλο, με αποτέλεσμα να μη παιχτεί το Jesus Christ Superstar πάνω από μία βδομάδα».  
Υπάρχει και βιβλιαράκι με το λιμπρέτο στα ελληνικά από ’κείνα τα χρόνια, λογικά από την αρχή της Μεταπολίτευσης, χωρίς εκδότη (για το… φόβο των Ιουδαίων), που πουλιόταν, όπως διαβάζουμε στις πρώτες σελίδες του, στα «κάγκελα του Πολυτεχνείου». 

20/2/2018
Είναι λογικό να κόπτεται και ο Μητσοτάκης, που αλλάζει κάθε μέρα τρία λεωφορεία για να πάει στη δουλειά του. (γέλια)
Κυριάκο, πρέπει να έχεις ούμπαλα ακόμη και για να λαϊκίσεις. Δεν είναι τόσο απλό. Άσε να μιλήσει κανας άλλος…

19/2/2018
Πέθανε ο Didier Lockwood, βιολιστής των Magma, ZAO, Gong κ.λπ. στα 62 του. Όσοι ακούμε (και) progressive πολύ τον αγαπήσαμε από τις ηχογραφήσεις του - όχι μόνο με τα γκρουπ, αλλά και από τις προσωπικές του. RIP.

DILEMMA persona graffiti

Το Persona Graffiti [Ankh Productions, 2017] είναι το πέμπτο στούντιο άλμπουμ των Dilemma, του ντουέτου των Σωτήρη Τράγκα φωνή, σαξόφωνα (τενόρο, σοπράνο), πλήκτρα κ.λπ. και Πόπης Νταλαχάνη κιθάρες, πιάνο, εφφέ, πλήκτρα κ.λπ. Οι δύο μουσικοί, διαθέτουν και «βοήθειες» σε φωνή και φωνητικά (Ιωάννα-Βασιλική Κοράκη, Μαρίλυ Κιτσιώνα, Έλενα Φορνάρο, Μαρία Καμπάνη), πιάνο (Μάριος Στρόφαλης), μπάσο (Παναγιώτης Μπουραζάνης) και ντραμς (Θάνος Χατζηαναγνώστου) και όλοι μαζί, βασικοί και «βοήθειες», δημιουργούν ένα CD που κινείται οπωσδήποτε στην αισθητική γραμμή που έχει φτιαχτεί (από τους Dilemma) όλα αυτά τα χρόνια – αν και με ακόμη πιο δυναμικά τραγουδιστικά στοιχεία στην περίπτωσή μας.
Όχι, δεν είναι η πρώτη φορά που επενδύουν στη φωνή οι Dilemma, είναι όμως η πρώτη φορά που οδεύουν προς μιαν απλοποίηση της συνολικότερης εικόνας τους, προσφέροντάς λιτά, αβίαστα και στιβαρά τραγούδια. Αυτός είναι ο στόχος δηλαδή. Και χοντρικώς επιτυγχάνεται.
Ίσως να είναι λοιπόν η διάθεση του γκρουπ να εμφανιστεί, στο “Persona Graffiti”, πιο κοντά στην pop, ίσως να είναι η μετατόπισή του προς πιο φωτεινές περιοχές, από τις οποίες δεν λείπουν και οι (στιχουργικοί) προβληματισμοί σ’ ένα πολιτικοκοινωνικό επίπεδο, σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αποτέλεσμα είναι μετρήσιμο και κατά τόπους πολύ υψηλού επιπέδου. Υπάρχουν τραγούδια των Dilemma, εννοώ, που φέρνουν στη μνήμη μου άξιες βρετανικές μπάντες από τα eighties, όπως τους Its Immaterial ενίοτε ή τους China Crisis άλλοτε –και αναφέρομαι σε τραγούδια σαν τα “Living in a cage” (ίσως το κορυφαίο του άλμπουμ), “Rise and fall” και “Time”– δίχως, πάντως, κανένα από τα υπόλοιπα να πέφτει κάτω από μιαν «άλφα» γραμμή. Περαιτέρω βρίσκω πολύ επιτυχημένη τη χρήση των γυναικείων φωνητικών –κάτι καθόλου αυτονόητο, για ελληνικό γκρουπ–, ενώ δημιουργικές είναι και όλες οι επιμέρους ενοργανικές παρεμβάσεις, τοποθετημένες πάντα στα «σωστά» σημεία.
Εν ολίγοις; Ένα ακόμη δυνατό άλμπουμ, από ένα γκρουπ που χαράζει εδώ και χρόνια τη δική του αθόρυβη πορεία.

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

H ACT MUSIC + VISION ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΟΡΓΑΣΜΟ: Joachim Kühn, Scott Dubois, Diego Pinera, Andreas Schaerer, Iiro Rantala / Ulf Wakenius και Stefano Bollani… σε πρώτη φάση

JOACHIM KÜHN NEW TRIO: Love & Peace [9861-2 ACT, 2018]
Ο Joachim Kühn δεν είναι ένας όποιος κι όποιος τζαζ πιανίστας. Είναι μια σημαίνουσα μορφή της ευρωπαϊκής (γερμανικής) τζαζ ήδη από τα χρόνια του ’60, όταν μαζί με τον κλαρινίστα αδελφό του Rolf Kühn αρχίζουν να περιδιαβαίνουν (μέσα από διάφορους σχηματισμούς) τις εκτάσεις της free jazz (και μιας τομής της με το rock), φτιάχνοντας καταπληκτικούς και σήμερα ιστορικούς, πια, δίσκους. Φυσικά, η καριέρα του Joachim Kühn υπήρξε τεράστια, και οπωσδήποτε πολυδιάστατη, πράγμα που σημαίνει πως πολύ δύσκολα μπορείς να βρεις έναν γενικό, αισθητικό χαρακτηρισμό, που να την διαπερνά απ’ άκρη σ’ άκρη. Κεφάλαια μόνον, που, παραταγμένα το ένα μετά το άλλο, μπορούν να οδηγήσουν τον ακροατή σε μιαν αρχή. Όπως «κεφάλαιο», ένα νέο τέλος πάντων «κεφάλαιο», είναι και το… Joachim Kühn New Trio που τώρα κάνει το δεύτερο μόλις βήμα του. Ας υπενθυμίσουμε, λοιπόν, πως είχε προηγηθεί το “Beauty & Truth” το 2016, ενώ τώρα έχουμε τη συνέχειά του με το “Love & Peace”.
Πάντα σε συνεργασία με τους Chris Jennings μπάσο και Eric Schaefer ντραμς, που έχουν τα μισά χρόνια του (να το πούμε αυτό), ο Joachim Kühn δεν φέρνει μόνο παλαιότερες συνθέσεις ξανά στην επικαιρότητα –όπως την “Night plans” του Ornette Coleman, από τη συνεργασία του με τον θρύλο Αμερικανό στο “Colors: Live from Leipzig” [Harmolodic, 1997], το “The crystal ship” των Doors ή το “Le vieux chateau” του Μουσόργκσκι (από το περίφημο «Εικόνες από μια Έκθεση»)–, αλλά βασικά εκείνο που φέρνει είναι μιαν επιμονή στην καλή μελωδία… απ’ όπου κι αν προέρχεται. Γράφοντας, συμμετέχοντας και εναρμονίζοντας παλαιότερες δικές του ή και όχι μελωδίες (όπως είδαμε), ο Kühn κάνει ένα άλμπουμ που οπωσδήποτε εμπεριέχει το “love” (άρα και την… ηχητική ομορφιά) και ενδεχομένως και το “peace”… αν υποτεθεί πως το πρώτο αποτελεί προϋπόθεση για το δεύτερο.
SCOTT DUBOIS: Autumn Wind [9856-2 ACT, 2017]
Κιθαρίστας είναι ο Scott Dubois, περίεργος κιθαρίστας όμως και όχι από τους πιο… τζαζ συνηθισμένους. Κάτι που μπορείς να το διαπιστώσεις και από τις προηγούμενες δουλειές του φυσικά, αλλά ακόμη περισσότερο από τούτην εδώ, το “Autumn Wind”, που σαν άλμπουμ δεν είναι και από τα πλέον… σύννομα  στον κατάλογο της ACT. Ποιο είναι εκείνο που κάνει τη διαφορά στο παρόν 2LP/CD; Μα οι συνθέσεις του Dubois, που είναι όλες δικές του, μυστήριες, ιδιαίτερες και πάντως άκρως ενδιαφέρουσες.
Ο Dubois είναι επηρεασμένος από τη μουσική του 20ου αιώνα. Και μάλιστα από πολλά και διαφορετικά παρακλάδια της. Ο ίδιος μιλάει για δωδεκαφθογγισμό, αλεατορισμό, μινιμαλισμό κ.λπ., δίχως βεβαίως να ξεχνά την μοντέρνα τζαζ σύνθεση και τον δημιουργικό αυτοσχεδιασμό. Αναφορές σε όλες αυτές τις τεχνικές-αισθητικές και τα μουσικά κινήματα διακρίνονται βεβαίως στις συνθέσεις του, που παρότι είναι ιδιόμορφες δεν χάνουν ποτέ την αίσθηση τού μέτρου. Κάτι που φαίνεται ακόμη και από τις καταγραμμένες διάρκειες, οι οποίες σε ελάχιστες περιπτώσεις ξεπερνούν τα επτά ή τα οκτώ λεπτά, καθώς τα περισσότερα από τα δεκατρία tracks διαρκούν τρία, τέσσερα ή πέντε. Οι κιθαρισμοί έχουν βεβαίως τον πρώτο ρόλο εδώ, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη του βασικού κουαρτέτου και ιδίως ο τενορίστας-μπασοκλαρινετίστας Gebhard Ulmann (οι Thomas Morgan και Kresten Osgood είναι στο μπάσο-ντραμς) έχουν πολύ σημαντικό μερίδιο στα δρώμενα. Δίπλα, τώρα, σ’ αυτή τη βασική τετράδα προστίθεται ένα κουαρτέτο εγχόρδων (δύο βιολιά, βιόλα τσέλο) και ακόμη μια τετράδα φιλοξενουμένων μουσικών (σε φλάουτο, όμποε, κλαρινέτο και μπασούν).
Το άκουσμα είναι σε κάθε περίπτωση… άνετο. Παρότι το “Autumn Wind” διαρκεί περί τα 70 λεπτά, πουθενά δεν παρατηρείται «κοιλιά». Οι συνθέσεις είναι πάντα διαυγείς, επεξεργασμένες, με τρομερή δουλειά τόσο στο πρώτο επίπεδο, όσο και στο background. (Άκου π.χ. το “Early November bird formations” με την εισαγωγή των εγχόρδων, τα δυναμικά breaks της κιθάρας, που συν τω χρόνω υποχωρεί σ’ ένα πίσω πλάνο, αφήνοντας μπροστά το τενόρο του Ullmann, που ακούγεται σ’ ένα εκστατικό δημιουργικό σόλο).
Πολύ καλό τζαζ άλμπουμ, που, αφού κινείται (και) πέραν της jazz, δείχνει χαρακτήρα.
DIEGO PINERA: Despertando [9854-2 ACT, 2018]
Ο ουρουγουανός ντράμερ και περκασιονίστας (ζει στη Γερμανία) Diego Pinera δεν είναι καινούριο όνομα στο χώρο της latin-jazz, ούτε ηχογραφεί τώρα για πρώτη φορά. Είναι όμως η πρώτη φορά κατά την οποίαν ένα δικό του άλμπουμ τυπώνεται από μιαν εταιρεία του διαμετρήματος της ACT – κάτι, που μπορεί να σημαίνει πολλά για τον καλό μουσικό. Πόσω μάλλον, όταν η εμφάνισή του στη γερμανική ετικέτα γίνεται μέσω του “Despertando”, ενός πολύ ευχάριστου, σχεδόν… λαϊκού, latin-jazz άλμπουμ, που στοχεύει οπωσδήποτε στην απόλαυση και βεβαίως στα πλατύτερα των ακροατηρίων.
Ο Pinera συνοδεύεται εδώ από τους Tino Derado πιάνο, ακορντεόν, Omar Rodriguez Calvo μπάσο, Daniel Manrique-Smith φλάουτα, Julian Wasserfuhr τρομπέτα, φλούγκελχορν και όλοι μαζί, είτε στις αναπαραγωγές είτε στα πρωτότυπα, δείχνουν και πόσο μουσικάρες είναι και πόσο έχουν εντρυφήσει στην ιστορία τού στυλ (μέσα από τις versions σε συνθέσεις των Ellington / Tizol, Sonny Rollins, Gato Barbieri, Ernesto Lecuona, Emiliano Salvador…). Το άκουσμα –το είπαμε– είναι απολαυστικό. Το κουιντέτο του Diego Pinera είναι πάντα «εκεί» όχι μόνο με το να αναπλάθει την ιστορία, αλλά και με τα δικά του tracks, όπως το εισαγωγικό “Osvaldo por Nueve” ή το έσχατο “Once pasos”, συνθέσεις που σε κερδίζουν με την απλότητα της αφήγησής τους και με τις διακεκαυμένες διασταυρώσεις των παιξιμάτων. Τέλειοι!
ANDREAS SCHAERER: A Novel of Anomaly [9853-2 ACT, 2018]
Για τον φοβερό ελβετό τραγουδιστή και βοκαλίστα έχουμε γράψει τουλάχιστον τρεις φορές στο δισκορυχείον. Την τελευταία, μάλιστα, τον Απρίλη του 2017, όταν αναφερθήκαμε στο άλμπουμ του “The Big Wig” (επίσης στην ACT). Τώρα, λιγότερο από ένα χρόνο μετά, ο Schaerer έχει ένα ακόμη έξοχο CD στην ACT – ένα από τα ωραιότερα με τραγούδι, που έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό. Είναι απίστευτος ο Schaerer, είναι μοναδικός ο τρόπος που ενδύεται διάφορες φωνητικές / τραγουδιστικές περσόνες, και μάλιστα σε διαφορετικές γλώσσες, δημιουργώντας μοναδικά «τοπία». Βεβαίως και οι μουσικοί που τον συνοδεύουν (κάποιοι συνθέτουν κιόλας), δηλαδή οι Luciano Biondini ακορντεόν, Kalle Kalima κιθάρα και Lucas Niggli ντραμς (όλοι τους άσσοι και με γερό παρελθόν) δεν μένουν πίσω, αλλά ο Schaerer όπως και να το κάνουμε είναι εκείνος που πρωταγωνιστεί στο “A Novel of Anomaly”. Τραγούδια λοιπόν, που υπογραμμίζουν τις διαφορετικές καταγωγές των μελών του γκρουπ (Ιταλία, Φινλανδία… με τον Schaerer να τραγουδά ακόμη και σε μια διάλεκτο τού γερμανικού κομματιού, του καντονίου στο οποίο μεγάλωσε!) και που έχουν τον τρόπο να σε παρασύρουν άλλοτε με τον συγκρατημένο λυρισμό τους, και άλλοτε με την πηγαία εξωστρέφειά τους.
Ένα άλμπουμ, που λειτουργεί ως ύμνος για τη φωνή, είναι το “A Novel of Anomaly”, με μουσικές αναφορές πέραν των ορίων, που μπορεί να συμβολίζουν τα υπόλοιπα τρία όργανα. Αριστούργημα το “Stagione” και εκπληκτικά τα “Planet Zumo”, “Fiore salino”, “Getalateria” (άπιαστη ροκιά), “Signor Giudice” και “Flood”, δίχως να υπολείπεται κανένα από τα υπόλοιπα tracks.
IIRO RANTALA & ULF WAKENIUS: Good Stuff [9851-2 ACT, 2017]
Δύο μουσικοί, ο Φινλανδός Iiro Rantala και ο Σουηδός Ulf Wakenius, και δύο όργανα, το πιάνο και η ακουστική κιθάρα, εδώ, σε δρόμους… ας τους πούμε παράλληλους. Περί τίνος πρόκειται; Μα το είπαμε… Συνθέσεις, πρωτότυπες και διασκευασμένες, για αυτά τα δύο τόσο διαφορετικά όργανα, που άλλοτε συμπλέουν και άλλοτε εναλλάσσουν ρόλους, ρυθμικούς και μελωδικούς, επιχειρώντας να συνομιλήσουν δίχως χάσματα τονικά, ακουστικά κ.λπ. Δύσκολο εγχείρημα, με τα ζόρια να εντοπίζονται στη δυναμική των δύο οργάνων (ένταση), στα ανόμοια ηχοχρώματά τους, στη μικρή διάρκεια του ήχου της κιθάρας (σε σχέση με το πιάνο) κ.λπ., αλλά επειδή ο Rantala και ο Wakenius είναι μεγάλοι μουσικοί (κι επειδή στην παραγωγή είναι ο ίδιος ο Siggi Loch) οι σκόπελοι αποφεύγονται με τρόπο.
Το ρεπερτόριο φυσικά είναι κλασικό. Και κλασικό-κλασικό (Bizet, Puccini) και jazz (Coltrane) και pop (Louis Armstrong, Stevie Wonder), συν τις συνθέσεις των Wakenius και Rantala, που δημιουργούν τις κατάλληλες γέφυρες ώστε οι δύο μουσικοί να περνούν από το ένα στο άλλο δίχως πρόβλημα.
Υπάρχει, τέλος, και μια γεωγραφική διάσταση στο project, καθώς οι πρωτότυπες συνθέσεις τιτλοφορούνται με ονομασίες τού τύπου… “Vienna”, “Helsinki”, “Palma”, “Seoul”, “Berlin” και “Rome”, υποδηλώνοντας κατά μίαν έννοια και την ηχητική διάστασή τους.
Ενδιαφέρουσα προσπάθεια, οπωσδήποτε, ολοκληρωμένη από δύο παικταράδες, που δεν χρειάζονται συστάσεις.
STEFANO BOLLANI TRIO: Mediterraneo [9849-2 ACT, 2017]
Πρέπει να ήταν 2008, στο Θέατρο Βράχων, όταν είχα δει live τον ιταλό πιανίστα Stefano Bollani. Τώρα να πω πως εκείνη η παράσταση ήταν εκπληκτική –μία από τις 3-4 ωραιότερες τζαζ, που έχει τύχει ποτέ να παρακολουθήσω– θα πω κάτι κοινότοπο, όπως κοινότοπα θ’ ακουστούν όσα υπερθετικά και να παραθέσεις για τον Bollani. Μεγάλος μουσικός, με πάντα φρέσκιες ιδέες, που, ευτυχώς, συχνά γίνονται και δίσκοι – αυτό να πούμε. Όπως το παρόν “Mediterraneo” για παράδειγμα, που αποτελεί κατά βάση την ηχογράφηση του 17ου κονσέρτου Jazz at Berlin Philharmonic και που φέρνει σ’ επαφή το τρίο του Bollani (ο ίδιος στο πιάνο φυσικά, ο Jesper Bodilsen μπάσο, ο Morten Lund ντραμς), με τον ακορντεονίστα Vincent Peirani και βεβαίως με τα έγχορδα και με τα πνευστά της ορχήστρας (την οποία διευθύνει ο Geir Lysne).
Το κόνσεπτ εδώ έχει να κάνει με την ιταλική μουσική. Με μεγάλα κεφάλαια της ιταλικής μουσικής, τα οποία ο Bollani μαεστρικά ενώνει, πλάθοντας μιαν απολαυστική ηχητική ιστορία για όλους. Συνθέσεις των Monteverdi, Rota (“Amarcord”), Morricone (“Chi Mai”, «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος»…), Puccini, Rossini καθώς και το απίθανο “Azzuro” του Paolo Conte, που έγινε πασίγνωστο από τον Adriano Celentano, εναλλάσσονται στο σετ τού Bollani και βεβαίως στο CD, δημιουργώντας ανεπανάληπτα ευφρόσυνα ρίγη.
Ας σημειώσουμε, λοιπόν, πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με απλές… νοσταλγικές διασκευές, ούτε με κάποιαν ανούσια συρραφή προορισμένη για φτηνή κατανάλωση. Απεναντίας, πρόκειται για ένα, και κατ’ αρχάς, υπεράνω κριτικής σετ, το οποίο (ξανα)απογειώνει ο Bollani, με τις ευφάνταστες διασκευές του, από τις οποίες δεν απουσιάζουν ούτε το χτίσιμο νέων μελωδιών, ούτε το χιούμορ, ούτε ο αυτοσχεδιασμός, ούτε η πρωτοπορία, ούτε η λαϊκότητα. Όπως πρέπει να συμβαίνει, και συμβαίνει, με τις παραστάσεις των πραγματικά μεγάλων καλλιτεχνών. 

Η ACT Music + Vision εισάγεται από την AN Music

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

JAMES HALL ένα τζαζ άλμπουμ με πολύ ωραίο setting

Το δεύτερο άλμπουμ τού τρομπονίστα James Hall, ως leader, λέγεται “Lattice”, είναι ηχογραφημένο τον Σεπτέμβριο του 2016 στο Brooklyn και κυκλοφόρησε από την Outside in Music πριν από λίγες μέρες. Ο λόγος, λοιπόν, για ένα όμορφο και μάλλον... ευκολοδιάβαστο άλμπουμ, που περιέχει θαυμάσια και περίτεχνη jazz music – οδηγημένη όχι μόνον από το τρομπόνι τού Hall, αλλά και από τα φλάουτα της Jamie Baum, το πιάνο και το rhodes της Deanna Witkowski, το μπάσο του Tom DiCarlo και τα ντραμς του Allan Mednard. Οι συνθέσεις, οκτώ στον αριθμό, ανήκουν στον Hall – πλην των “Black narcissus” (Joe Henderson) και “Kind folk” (Kenny Wheeler).
Η μπάντα παίζει με αληθινή μαεστρία και αυτό φαίνεται περισσότερο, νομίζω, στα αργά κομμάτια, όπως στη φερώνυμη ρομάντζα “Lattice” π.χ., εκεί όπου οι… άνετοι χρόνοι δίνουν την ευκαιρία στα διάφορα μέλη να δείξουν όχι μόνο το ταλέντο τους, ως σολίστες, μα κυρίως την ικανότητά τους να συνυπάρχουν κάτω από απαιτητικές συνθήκες. Γιατί απαιτητικές; Μα γιατί είναι τέτοια η δομή τής συγκριμένης σύνθεσης, που προϋποθέτει ξεχωριστές κινήσεις. Εδώ, λοιπόν, εντυπωσιάζει το fender rhodes της Witkowski, που με το… φυσικό delay του «γεμίζει» τη σύνθεση με ωραία ηλεκτρικά vibes – είτε αυτά ακούγονται «μπροστά», είτε αποτελούν το «χαλί», πάνω στο οποίο θα πατήσουν το τρομπόνι και τα φλάουτα. Στην αντίθετη μεριά ρολάρει το γρήγορο “Brittle stitch”, που διαθέτει και το άλτο σαξόφωνο της guest Sharel Cassity (έχει παίξει με Herbie Hancock και Wynton Marsalis και θεωρείται ανερχόμενη), μαζί με θαυμάσιους συνδυασμούς απ’ όλα τα υπόλοιπα πνευστά. Καταπληκτική σύνθεση και η “Gaillardia”, που εμφανίζει δυνατό light μοτίβο, μαζί με ενδιαφέροντα soli από το τρομπόνι, το πιάνο και το φλάουτο. Αλλά και η διασκευή στο “Black narcissus” είναι πολύ πρώτη, με άπαντα τα πνευστά να στέκονται επί ίσοις όροις δίπλα στο, για μιαν ακόμη φορά, άπαιχτο fender rhodes.
Έξοχο setting (και άλμπουμ), που δένει μοναδικά όλα τα tracks, από μιαν ομάδα μουσικών που μπορεί να πάει ακόμη πιο ψηλά.

VANTOMME (DELVILLE / LEVIN / LENSSENS) progressive από άλλο πλανήτη

Vantomme είναι το επώνυμο του βέλγου κιμπορντίστα Dominique Vantomme και με αυτό ακριβώς το επώνυμο αναγνωρίζεται μια φοβερή τετράδα, ένα περιστασιακό γκρουπ, που το αποτελούν προσέτι ο κιθαρίστας Michel Delville (από Wrong Object, douBt, Machine Mass), ο μεγάλος Tony Levin (σε μπάσο και chapman stick) και ακόμη ο ντράμερ Maxime Lenssens. Οι τέσσερις αυτοί μουσικοί βρέθηκαν τον Οκτώβριο του 2016 σ’ ένα στούντιο της Αμβέρσας (στη συνοικία Hoboken) κι εκεί, μέσα σ’ ένα κλίμα βαριάς… προγκρεσιβιάς, έδωσαν νόημα σε μια σειρά συνθέσεων του Vantomme, που μετατράπηκαν αυθωρεί σε άλμπουμ. Vegir[MoonJune, 2018] ο τίτλος του… και στην πράξη ένα καταπληκτικό, ζωντανό progressive, από Quiet Sun και πέρα.
Canterbury να το αποκαλέσουμε; Γιατί όχι; Έχει πολλά τοιούτα αισθητικά στοιχεία. Κυρίως της δεύτερης εποχής, μετά το 1972-73 δηλαδή, τύπου Matching Mole ας πούμε, μα και Hatfields, αλλά βασικά Quiet Sun (εκείνη η δισκάρα, από το 1975, που έφτιαξαν οι Dave Jarrett, Manzanera, Eno και οι υπόλοιποι), με μιαν όμως επισήμανση. Πως οι συνθέσεις στο “Vegir”, οι συνθέσεις του Vantomme, είναι ισάξιες με όλες τις παλαιές, σε ιδέες, παικτικό περφεξιονισμό και τελικώς σε ευχαρίστηση και απόλαυση. Γιατί, αυτό είναι το βασικό – καθότι υπάρχουν πάμπολλα Canterbury sounding projects, αλλά λίγα που να μπορεί να συναγωνιστούν τους Vantomme σ’ ένα τόσο υψηλό επίπεδο.
Εκπληκτικά complex tracks έχουμε εδώ, φισκαρισμένα στις σολιστικές ακολουθίες, διαλυμένα μέσα σε έξοχα avant, jazz και progressive περιβάλλοντα. Φυσικά, τα πλήκτρα του Vantomme (fender rhodes, πιάνο, mini moog, mellotron) κάνουν τρομερή δουλειά, γεμίζοντας τον ήχο της τετράδας συνεχώς και αδιαλείπτως, όμως και οι κιθάρες του Delville δεν μένουν πίσω (με πολλά και διαφορετικά ηχοχρώματα, επινοήσεις, εφφέ κ.λπ.), ούτε βεβαίως το ρυθμικό τμήμα, με τον Levin να κάνει φοβερά πράγματα με το… βομβαρδιστικό μπάσο του, αλλά και με το chapman stick, και με τον όχι και τόσο γνωστό Lenssens να αποδεικνύεται εντυπωσιακός και ουσιαστικός συνάμα.
Περιττό να πω πως στο “Vegir” δεν υπάρχει ούτε μισό ηχογραφημένο λεπτό χωρίς αληθινό ενδιαφέρον και πως συνθέσεις σαν τις “Sizzurp”, “The self licking ice-cream cone” και “Equal minds” τις τοποθετείς αμέσως στην πρώτη γραμμή του progressive rock, πέραν από εποχές ή στυλ.
Κορυφαίο άλμπουμ!
Επαφή: www.moonjune.com
 

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

“JIMMIE” HENDRIX με αφορμή ένα όνομα που δεν υπάρχει προέκυψε μια ανάρτηση και μια ωραία συζήτηση στο facebook

Άμα ακούς κάποιον π.χ. τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο να λέει το όνομα του Hendrix κι εσύ αντί για Jimi τον γράφεις Jimmie σημαίνει πως είσαι άσχετη/άσχετος και παίρνεις στο λαιμό σου και τον… ξένον άνθρωπο. Θα μου πεις, τώρα, πως υπάρχουν και τύποι (Έλληνες) που τυπώνουν και βιβλία για το ροκ και που τον αναφέρουν ως... Jimmy, οπότε μικρό το κακό.
Οι προχειράτζες που γράφουν σε μεγάλα σάιτ και που θέλουν να έχουν λόγο για τα πάντα είναι πλέον καθεστώς.
(από το popaganda είναι το screenshot)
Kwstas Agas: Κι επιπλέον ο Hendrix παρόλο που τραγουδούσε ο ίδιος δεν ήταν «αμιγώς τραγουδιστής». Ήταν πρωτίστως και κυρίως μουσικός, από τους καλύτερους που πέρασαν από τον κόσμο...
Φώντας Τρούσας: Ε ναι. Δεν θα τον πεις πρωτίστως τραγουδιστή. 

Nikos Sarantakos: Γιατί όχι Τζίμι Χέντριξ και Τζόαν Μπαέζ; ή μιλούσαν αγγλικά;
Φώντας Τρούσας: Εγώ σ’ ένα κείμενο θα τον έγραφα στ’ αγγλικά. Σε μια συνέντευξη όμως, έναν προφορικό λόγο που τον μετατρέπεις σε γραπτό, θα τον έγραφα στα ελληνικά (Τζίμι Χέντριξ), όπως το ΦΑΝΤΑΖΙΟ το ’70. Δεν μου κάθεται καλά στο μάτι σε συνεντεύξεις να βλέπω αγγλικά. Σ' ένα άρθρο, σ' ένα δοκίμιο δεν έχω πρόβλημα.
George Nikolopoulos: Τότε και… Che Guevara!
Φώντας Τρούσας: Δεν υπάρχει ουδεμία σκέψη γι’ αυτά τα θέματα... γράφουν όπως να’ναι. Δεν βγάζεις άκρη. Πάντως στη μεταφορά στα ελληνικά χρειάζεται προσοχή και σκέψη. Αν γράψεις π.χ. Τζον Μάγιαλ είναι λάθος (παρότι όλοι θα καταλάβουν σε ποιον αναφέρεσαι), αν γράψεις όμως το σωστό, που είναι Τζον Μέιολ, ελάχιστοι θα αντιληφθούν για ποιον λες. Μερικά πράγματα έχουν παγιωθεί λάθος, αλλά είναι επίσης λάθος –για μένα– να αλλάξεις ένα λάθος, που δουλεύει σωστά για δεκαετίες. Εγώ, δηλαδή, θα έγραφα «Μάγιαλ». Το λέω, γιατί κάποτε είχα δει το «Μέιολ» και ψαχνόμουν. Γενικώς τα ονόματα, είτε ελληνικά είτε όχι, θέλουν προσοχή και σκέψη στη γραφή τους. Το λέω, γιατί έχουμε διαβάσει ακόμη και για «Κώστα Καβάφη», για «Κωνσταντίνο Καρυωτάκη» κ.λπ.
George Nikolopoulos: Ένα παγιωμένο λάθος είναι αδύνατο να διορθωθεί. Π.χ η όπερα (το σωστό θα ήταν τα όπερα, τα έργα δηλαδή).
Φώντας Τρούσας: Και σωστά (ένα παγιωμένο λάθος, που δεν ενοχλεί, να μην διορθώνεται). Και γι’ αυτό θα πρέπει να λέμε «τα παλτά», τα «βιολιά» κ.λπ. Αλλά όχι και «τα στυλά», γιατί αυτό είναι κακόηχο.
Vassilis Konstandopoulos: Λόγω επαγγέλματος, η φάση με τα ονόματα μας έχει ταλαιπωρήσει κάμποσο. Στα ονοματεπώνυμα τείνουμε προς την ελληνική βερσιόν, προσπαθώντας να διατηρήσουμε την εκφορά (Νικ Κέιβ, Μικ Τζάγκερ, Βιμ Βέντερς, Τζίμι Χέντριξ, Τζον Κολτρέιν, Ρίτσαρντ Νίξον, Άλμπερτ Αϊνστάιν κ.λπ.). Τα γκρουπ τα αναγράφουμε στην πρωτότυπη εκδοχή ανεξαρτήτως γλώσσας (π.χ. το να γράψεις τους Einstuerzende Neubauten "Aϊνστίρτσεντε Νοϊμπάουτεν", μάλλον θα μπερδέψει τον αναγνώστη) κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Τέλος, θεωρούμε κάπως αστείο ονοματεπώνυμα αλφαβήτων διαφορετικών από το αγγλικό να αναγράφονται με την αγγλική τους εκδοχή (π.χ. Alexander Sokurov, Andrjei Wajda, Stellan Skaargard κ.ο.κ.).
Φώντας Τρούσας: Για τα κυριλλικά πάντως, κι επειδή το κοντινότερο αλφάβητο είναι το ελληνικό, καλό είναι να τα γράφουμε στα ελληνικά, αλλά να ξέρουμε λιγάκι και την προφορά. Πράγμα όχι εύκολο. Πάντως σε πολλά γιαπωνέζικα εξώφυλλα δίσκων π.χ. υπάρχει και η αγγλική γραφή, οπότε γιατί όχι και αγγλικά (τα γιαπωνέζικα); Πάντως, άμα δεν ξέρεις την προφορά καλύτερα οι λατινικές γραφές παντού. Αλλά και να την ξέρεις την προφορά... είπαμε (με το παράδειγμα του Mayall) πως ενίοτε προκύπτει θέμα. Τελικά, ο καθένας κάνει ό,τι γουστάρει και κρίνεται ξεχωριστά.
George Nikolopoulos: Άρα θα γράφετε π.χ. ο Νικ Κέιβ των Birthday Party! Περίεργο, όμως νομίζω ότι θα συμφωνήσω τελικά...
Vassilis Konstandopoulos: Για το κυριλλικό, φυσικά. Καλό είναι να την ψάχνουμε λιγάκι, τώρα με τα ιντερνέτ είναι πιο εύκολο. Με τα γιαπωνέζικα, κινέζικα κλπ. δεν καταλαβαίνω γιατί όχι Ναγκίσα Όσιμα και Ακίρα Κουροσάουα και Κιμ Κι Ντουκ κ.λπ. Φυσικά υπάρχουν θέματα, τύπου Mayall, Brugges και του βασανιστή των αθλητικών Kuyt, αλλά δε νομίζω ότι είναι πρωτεύοντα. Όποιος θέλει να μάθει, ψάχνει και βρίσκει εντός 10λέπτου.
Φώντας Τρούσας: Πάντως εμένα δεν μ’ αρέσει να γράφω ούτε «Χέντριξ», ούτε «Κλάπτον», ούτε τίποτα απ’ αυτά. Τα γράφω πάντα αγγλικά και στα κείμενα που ανεβάζω στο δισκορυχείον και σε όσα παραδίδω αλλού (αν και κάποιες φορές μου «διορθώνουν» τα leads – μέσα στο κείμενο δεν τα αλλάζουν).
Με τα μη λατινικά εξαρτάται. Αν υπάρχει στο δίσκο (με κυριλλικά ή γιαπωνέζικα γράμματα κ.λπ.) και λατινική γραφή χρησιμοποιώ τη λατινική. Αλλιώς... μαντεύω. Έχω δίσκο π.χ. που είναι όλα τα κείμενα στα κυριλλικά-ουκρανικά (ούτε καν στα ρώσικα) ε... κι εκεί έβαλα πιο πολύ φαντασία, παρά γνώση, για να γράψω τα ονόματα.
Εξάλλου το να γράψεις τον μεγαλύτερο τραγουδιστή της Καταλονίας «Γίουις Γιάχ» ή κάπως έτσι δεν κερδίζεις απολύτως τίποτα. Ενώ αν γράψεις “Lluis Llach” βοηθάς τον άλλον να κάνει copy-paste και να τον ψάξει. Ν ακούσει τραγούδια του κ.λπ.
Vassilis Konstandopoulos: Τα κυριλλικά είναι πιο εύκολα από ό,τι φανταζόμαστε. Ναι, κι εμείς, φορές, τα πάμε όλα στο λατινικό, αλλά νομίζω ότι σε κείμενο, δεν είναι παράταιρη η γραφή των ονομάτων στα ελληνικά.
Θυμάμαι τώρα φάσεις και γελάω μόνος μου, βίπερ δεκαετίας του ’70, νομίζω ήταν το «Γκρούπι» (που είχε κυκλοφορήσει ως «Γκρουπιέ») ανέφερε το «Αεροπλάνο Τζέφερσον», τον «Μπομπ Ντυλάν» και πάει λέγοντας. Έχεις ένα πόντο, εδώ βοηθάει η παρένθεση με το αυθεντικό πάντως.
George Nikolopoulos: Με την ελληνική γραφή μπορεί να αισθάνεσαι λίγο πιο κοντά και οικεία με τον επονομαζόμενο. Μου ’ρχεται στο μυαλό ο… Καρτέσιος, που το προτιμώ από το ψυχρό Descartes.
Φώντας Τρούσας: Καλά, ναι αυτά τα παλιά τα ξέρω. Είχε γίνει ντόρος όταν είχα θυμίσει σε κάποιους πως στην αρχή τον Dylan στην Ελλάδα τον έγραφαν.... Ντάϋλαν.
Vassilis Konstandopoulos: Όπως Νάυλον. Τεσπα, εμείς της μπάλας που έχουμε ζήσει Μανόλο, τα έχουμε δει όλα.
Φώντας Τρούσας: Το «Αεροπλάνο Τζέφερσον» το έχω δει κι εγώ και πρέπει να ήταν σε βιβλίο του Μαρκούζε (αν θυμάμαι καλά). Ο άνθρωπος (ο μεταφραστής) ήξερε να μεταφράζει φιλοσοφία από τ’ αγγλικά, αλλά από μουσική... σκράπας.
Vassilis Konstandopoulos: Εγώ το είχα δει σε αυτό που σου ανέφερα. Αλλά, τότε, ήταν αλλιώς.
Φώντας Τρούσας: Πάντως το να γράφεις Shakespeare είναι μαλακία. Αλλά το να γράφεις Jagger δεν είναι.
Vassilis Konstandopoulos: Οk, δεκτό, αλλά καλό είναι να υπάρχει μια ενιαία αντίληψη, το βρίσκω λίγο κουλό από τη μια Jagger και από την άλλη Σαίξπηρ στο ίδιο κείμενο.
Φώντας Τρούσας: Δεν υπάρχει λόγος να συνυπάρχουν αυτοί οι δύο. (γέλια)
George Nikolopoulos: Αν είσαι αρχαιόπληκτος, τον Σαίξπηρ τον λες… Λογχοκραδαστή.
Φώντας Τρούσας: Αυτό μου θυμίζει λίγο Αστερίξ; Ή όχι;
George Nikolopoulos: Νομίζω κάποιος άλλος το έχει διαπράξει και μου έμεινε, όχι από Αστερίξ. Θα μπορούσε σίγουρα…
(από την επανέκδοση του "Γκρουπιέ" του 1974)
Φώντας Τρούσας: Το σκάναρα τώρα. Μνημείο...
Vassilis Konstandopoulos: Φώντα, μιλάω για το ΒΙΠΕΡ, την ταινία την ψάχνω μανιωδώς (αν και μάλλον είναι σοφτ κορ της φωτιάς).
Φώντας Τρούσας: To βίπερ σκάναρα (Άγκυρα).
Vassilis Konstandopoulos: Δε θυμάμαι τέτοιο εξώφυλλο, τεσπα, θα ψάξω τις κούτες γμτ. Μιλάω για ΒΙΠΕΡ οριτζινάλ, όχι Αγκύρας πάντως, αν και ρετάρω με τα χρόνια.
Η πρώτη έκδοση του 1971
Φώντας Τρούσας: Άγκυρα 1971, είναι το ορίτζιναλ. Απλά είχε κάπως διαφορετικό εξώφυλλο (στήσιμο). Εγώ εδώ σκάναρα μόνο τίτλο και τον οριζοντίωσα από την έκδοση του ’74 (μάλλον).
Vassilis Konstandopoulos: Oκ, να ψάξω, πάνε 40 χρόνια γμτ.
Φώντας Τρούσας: Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του ’71, αποσύρθηκε τον Μάρτη του ’72 (έγινε δίκη, αλλά αθωώθηκε ο Παπαδημητρίου της Άγκυρας) και το ξανακυκλοφόρησε το 1974. Μετά τη δίκη, και την αθώωση, λογικά ξαναμοιράστηκαν και τα αντίτυπα, που είχαν αποσυρθεί… λέω εγώ τώρα… ή έγινε κι άλλη έκδοση στο ενδιάμεσο.
Αυτό είναι το ορίτζιναλ, αλλά υπάρχει κι άλλη έκδοση. Η φωτό της κοπέλας είναι παντού η ίδια.
Vassilis Konstandopoulos: Οk, αυτό ήτανε, τώρα θυμήθηκα

Thodoris Rammos: Ήταν και πολιτικοποιημένος ο Jimmie;
Φώντας Τρούσας: Ήταν. Είχε γράψει αντιπολεμικά και ειρηνιστικά τραγούδια. “Machine gun”, “Izabella”, “1983... (A Merman I Should Turn to Be), “House burning down” και άλλα.

Ntinos Sarandopulos: μήτσος
Φώντας Τρούσας: Και όμως έχει γραφτεί κι αυτό… (γέλια)

Γιώργος Χαρωνίτης: Τζίμη!!!
Φώντας Τρούσας: «Τζίμυ» τον γράφανε στους Μοντέρνους Ρυθμούς το 68. Και «Τζίμι» στο ΦΑΝΤΑΖΙΟ το 70..
Γιώργος Χαρωνίτης: I know!

Στέφανος Παναγιωτάκης: Ο πιό ωραίος ήταν ο Ευγένιος Σπαθάρης τότε το 1966 ή 67 νομίζω στο εργάκι του «Ο Καραγκιόζης και οι Μπητλς» είχε ονοματίσει τα παλληκάρια ως εξής... Ο Τζώνης της Ελένης, ο Ρίκος ο Σταρένιος, ο Γιώργης ο Χαρίσης κι ο Παυλάκος ο Χαρτόνης!!